Capital Economics: Η Ελλάδα επέστρεψε στις αγορές αλλά οδεύει σε τέταρτο μνημόνιο

Αρκετά καλά πήγε η πρώτη έξοδος της Ελλάδας στις αγορές σε διάστημα τριών χρόνων, ωστόσο η εμπειρία δείχνει ότι είναι πολύ νωρίς να πει κάποιος ότι η ελληνική κρίση τελείωσε. Αυτό αναφέρει σε σημερινή της έκθεση η Capital Economics, σχολιάζοντας το αποτέλεσμα της έκδοσης του 5ετούς ομολόγου από το ελληνικό Δημόσιο.

Όπως σημειώνει η Capital Economics, η συναλλαγή δεν προσέλκυσε ανάλογη ζήτηση με αυτή που καταγράφηκε στις εκδόσεις του 2014, όμως η απόδοση έκλεισε στο 4,625%, χαμηλότερα δηλαδή από το 4,9% της τελευταίας έκδοσης που πραγματοποιήθηκε τον Ιούλιο του 2014. Η επιστροφή στις αγορές έγινε σε σε αυτή τη φάση για να ωφεληθεί από τη μείωση του κόστους δανεισμού που ακολούθησε την ολοκλήρωση της αξιολόγησης τον περασμένο μήνα.

Η ολοκλήρωση της αξιολόγησης με τη σειρά της ήταν το αποτέλεσμα της εφαρμογής των μεταρρυθμίσεων και της λιτότητας, από την ελληνική κυβέρνηση και ενδείξεων οικονομικής ανάκαμψης. Η εμπειρία δείχνει ότι είναι πολύ νωρίς για να πούμε ότι η ελληνική κρίση τελείωσε. Παρά την επιτυχημένη έκδοση ομολόγων τον Απρίλιο και τον Ιούλιο του 2014, η Ελλάδα έχασε γρήγορα την πρόσβαση στις αγορές, μετά την εκλογή του Σύριζα που ήθελε να «ανατρέψει» τη λιτότητα.

Ενώ η απόδοση του 10ετούς ελληνικού ομολόγου έφτασε στο 5,6% εκείνο το καλοκαίρι, μέσα σε ένα χρόνο κατάφερε να αναρριχηθεί κοντά στο 20%, μετά το δημοψήφισμα. Τα πράγματα δείχνουν καλύτερα σήμερα. Ο Σύριζα έχει σε μεγάλο βαθμό «ενδώσει« στις απαιτήσεις των δανειστών και η οικονομία επέστρεψε σε ανάπτυξη στο α’ τρίμηνο. Παρ’ όλα αυτά, τα ποσοστά της κυβέρνησης έχουν υποχωρήσει αισθητά και η Νέα Δημοκρατία, η οποία ηγείται στις δημοσκοπήσεις, την καλεί να παραιτηθεί. Αν η ΝΔ κέρδιζε και πάλι την εξουσία, υποστηρίζει ότι θα ασκούσε πιέσεις για μείωση των στόχων για τα πρωτογενή πλεονάσματα. Την ίδια ώρα, οι τράπεζες βρίσκονται σε ιδιαίτερα επισφαλή θέση, με τις καταθέσεις να μην επιστρέφουν και τα «κόκκινα» δάνεια να αποτελούν ένα σοβαρό βάρος. Και το κρίσιμο είναι ότι το δημόσιο χρέος παραμένει τεράστιο, περίπου στο 180% του ΑΕΠ.

Συνεπώς, η ελληνική κυβέρνηση ενδέχεται να δυσκολευτεί να χρηματοδοτηθεί ακόμη και στα τρέχοντα επίπεδα επιτοκίων, τα οποία παραμένουν σημαντικά υψηλότερα από το 1,5% που είναι το μέσο επιτόκιο που πληρώνει για το χρέος της που κατά κύριο λόγο βρίσκεται στα χέρια του επίσημου τομέα.

Εκτός και αν οι Ευρωπαίοι πιστωτές συμφωνήσουν σε μία πολύ μεγαλύτερη ελάφρυνση χρέους από αυτή που βρίσκεται σήμερα στο τραπέζι, είναι πολύ πιθανό η Ελλάδα να χρειαστεί ένα τέταρτο πρόγραμμα διάσωσης, όταν ολοκληρωθεί το τρέχον τον Αύγουστο του 2018.

liberal.gr