Φορολογικά βάρη, επενδύσεις, αγορά -Οσα λένε οι αριθμοί και δεν είπε ο Τσακαλώτος |

Τη δική του, αισιόδοξη, σχεδόν ειδυλλιακή εικόνα της οικονομίας έδωσε ο υπουργός Οικονομικών, μιλώντας για ποταμό επενδύσεων, αύξηση των λιανικών πωλήσεων και μεγάλες φοροελαφρύνσεις, παρά το ότι οι ψυχροί αριθμοί μάλλον δεν τον δικαιώνουν.

Ξεκινώντας από το τελευταίο, ο Ευκλείδης Τσακαλώτος στη χθεσινοβραδινή του συνέντευξη στον ΑΝΤ1, σε μια προσπάθεια να… ντριπλάρει τις ερωτήσεις για τις υπέρογκες φορολογικές επιβαρύνσεις που δοκιμάζουν τις φοροδοτικές αντοχές και των πιο εύρωστων στρωμάτων, προέταξε τα 3,5 δισ. ευρώ φοροελαφρύνσεων, που έχει προβλέψει το Μεσοπρόθεσμο με ορίζοντα το 2021. Ωστόσο, παρέλειψε δύο λεπτομέρειες.

Κατ’ αρχάς, οι φοροελαφρύνσεις που συμπεριλαμβάνει το Μεσοπρόθεσμο, αφορούν στο περιβόητο πακέτο των αντίμετρων, τα οποία δεν θα εφαρμοστούν εάν οι δανειστές κρίνουν ότι δεν είναι «κλειδωμένα» τα πλεονάσματα μετά από το 2018. Επιπλέον, το ΔΝΤ έχει ήδη διαμηνύσει ότι τα αντίμετρα δεν θα πρέπει να τεθούν σε ισχύ πριν από το 2023, οπότε κατεβαίνει πιο χαμηλά από το 3,5% ο πήχης των πλεονασμάτων. Ειδικά, δε, όσον αφορά σε αυτά 3,5 δισ ευρώ, σε αντίθεση με τα υπόλοιπα φορολογικά αντίμετρα (μείωση συντελεστών φόρου εισοδήματος φυσικών και νομικών προσώπων, μείωση ΕΝΦΙΑ), που είναι μετρημένα, κοστολογημένα και συμφωνημένα, δεν έχουν την παραμικρή εξειδίκευση, δίνοντας την αίσθηση ότι μπήκαν απλώς για να σουλουπώσουν την εικόνα. Συζητώντας, δε, κανείς με κυβερνητικά στελέχη για το από πού ακριβώς θα μπορούσαν να εξασφαλιστούν αυτά τα 3,5 δισ ευρώ, παραπέμπεται κυρίως στις προσδοκώμενες εισπράξεις από τη φοροδιαφυγή.

Μισή απάντηση έδωσε ο υπουργός Οικονομικών και όσον αφορά στη μείωση του αφορολογήτου. Επί της ουσίας υποστήριξε ότι θα έχει επιπτώσεις αλλά θα είναι δημοσιονομικά ουδέτερο, αφού αντισταθμίζεται από άλλες απαλλαγές. Ωστόσο, τα πράγματα είναι λίγο διαφορετικά, εξ ου και η εμφανής αμηχανία του κ. Τσακαλώτου όταν ο Νίκου Χατζηνικολάου του υπενθύμισε ότι είχε απειλήσει με παραίτηση πριν από τη πρώτη κιόλας για τη μείωση του αφορολογήτου. Από την προσγείωση του αφορολογήτου περίπου 3.000 ευρώ χαμηλότερα, αυτοί που θίγονται είναι οι εργαζόμενοι και οι συνταξιούχοι των 500- 600 ευρώ, οι οποίοι ακόμα κι αν εφαρμοστεί το αντίμετρο της μείωσης του πρώτου συντελεστή της κλίμακας, θα βρεθούν ξαφνικά αντιμέτωποι με την εφορία. Έτσι, μετά από τη φοροεπιδρομή στα μεσαία εισοδήματα, το χέρι στην τσέπη θα κληθούν να βάλουν χαμηλόμισθοι και χαμηλοσυνταξιούχοι.

Προς τιμήν του ο Ευκλείδης Τσακαλώτος απέφυγε να δώσει την παραμικρή υπόσχεση για το βραχνά των κατασχέσεων, καθώς γνωρίζει από πρώτο χέρι ότι αποτελεί μνημονιακή δέσμευση η αύξηση της εισπραξιμότητας επί των ληξιπρόθεσμων οφειλών προς την εφορία, με αυτοματοποιημένες διαδικασίες κατασχέσεων και εκτεταμένες διασταυρώσεις για τον εντοπισμό όλων των περιουσιακών στοιχείων των οφειλετών. Συν τοις άλλοις, αποτελεί προ πολλού νόμο του Κράτους, η κατάργηση κάθε περιόδου χάριτος για την εξόφληση βεβαιωμένων οφειλών από την Πρωτοχρονιά του 2018, με ποινή την απώλεια της πολυθρύλητης ρύθμισης των 100 δόσεων.

Ως προς τα στοιχεία που επικαλέστηκε ο υπουργός Οικονομικών, επιχειρηματολογώντας για τη σαφή βελτίωση της γενικής εικόνας της οικονομίας, εκεί που φαίνεται να τον δικαιώνει η ΕΛΣΤΑΤ είναι τα στοιχεία των λιανικών πωλήσεων, όπου ο σχετικός δείκτης σημείωσε άνοδο για τρίτο συνεχή μήνα. Δεν μπορεί, όμως, να μην επισημάνει κανείς ότι οι αντίστοιχοι περσινοί μήνες- η βάση σύγκρισης δηλαδή- ήταν κακοί και μάλιστα χειρότεροι από τους περιπετειώδεις θερινούς μήνες των capital controls του 2015.

Αντιθέτως, αφήνοντας κανείς ασχολίαστη την πρόβλεψη ότι ο όγκος των επενδύσεων τα επόμενα χρόνια θα είναι τέτοιος που δεν θα μπορεί να απορροφηθεί, μπορεί να παρατηρήσει ότι τα τρέχοντα στοιχεία που επικαλέστηκε ο υπουργός Οικονομικών είναι λίγο διαφορετικά. Συγκεκριμένα, ενώ ο κ. Τσακαλώτος ανέφερε ότι υπάρχει ήδη αύξηση των επενδύσεων, τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για το ΑΕΠ του δευτέρου 3μήνου δείχνουν ότι οι επενδύσεις μειώθηκαν κατά 4,6% σε σχέση με το αντίστοιχο περσινό 3μηνο και κατά 4,5% σε σχέση με το πρώτο 3μηνο του 2017. Από τα ίδια στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ προκύπτει ότι η αύξηση του ΑΕΠ στηρίχθηκε στις εξαγωγές, στην κατανάλωση του ευρύτερου δημόσιου τομέα, αλλά και στους φόρους επί των προϊόντων.

Πηγή: iefimerida.gr