Ετσι κατάφερε η κυβέρνηση να ναρκοθετήσει το ΤΑΙΠΕΔ και τις ιδιωτικοποιήσεις

 

Ραθυμία υπουργών, ομηρεία από συντεχνίες, αλλεπάλληλες καθυστερήσεις, έλλειψη πολιτικής βούλησης, υπονόμευση του ΤΑΙΠΕΔ. Ηταν η τέλεια συνταγή που η κυβέρνηση εφάρμοσε με θαυμαστή συνέπεια, και επιτυχία, για να δυναμιτήσει τη λειτουργία του ΤΑΙΠΕΔ, και να πέσει για μια ακόμη χρονιά έξω ο στόχος εσόδων από αποκρατικοποιήσεις.

Βρισκόμαστε ουσιαστικά προς το τελείωμα της χρονιάς, και το μήνυμα που εκπέμπεται είναι ότι ο μεγάλος όγκος των αποκρατικοποιήσεων “στριμώχνεται” πάλι για του χρόνου, οι αποφάσεις αναβάλλονται, και η επίτευξη του προγράμματος διολισθαίνει συνεχώς, αφού η κυβέρνηση έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι της για να υπονομεύσει στη προσπάθεια.

Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη ανάλυση. Επί ένα σχεδόν χρόνο, από το Νοέμβριο του 2016, οπότε και υπουργοποιήθηκε ο Στ. Πιστιόρλας, η κυβέρνηση άφησε την διοίκηση του Ταμείου να λειτουργεί με λειψή σύνθεση, αγνόησε τις εκκλήσεις να συμπληρώσει τα κενά, δυσχαιρένοντας έτσι τη λήψη κρίσιμων αποφάσεων, τόσο για την ολοκλήρωση τελειωμένων διαγωνισμών, πολλώ δε μάλλον για την προκήρυξη καινούργιων.

Σε μια συγκυρία τόσο κρίσιμη, με πολλές από τις θεωρητικά “κλεισμένες” συμφωνίες να αντιμετωπίζουν προβλήματα γραφειοκρατίας αλλά και ουσίας, το ΤΑΙΠΕΔ έμεινε να λειτουργεί επί έντεκα μήνες με τριμελή, αντί για τη πενταμελή σύνθεση που προβλέπει η νομοθεσία. Η αρχική αίσθηση ότι η κυβέρνηση υποβαθμίζει συνειδητά το ΤΑΙΠΕΔ, κάτι που αποτελούσε μύχιο πόθον πλειάδας υπουργών, επιβεβαιώθηκε στη πορεία. Αν ήθελε πραγματικά να δει τις ιδιωτικοποιήσεις να τρέχουν, και να στέλνουν σήμα στη διεθνή επενδυτική κοινότητα ότι αλλάζει πραγματικά κάτι στην Ελλάδα, δεν θα άφηνε επί ένα σχεδόν χρόνο το Ταμείο λειψό, παρά η στελέχωσή του θα αποτελούσε βασική της προτεραιότητα. Προφανώς δεν ήταν. Τον τελευταίο χρόνο η πραγματική στήριξη που έλαβε από ισχυρούς οικονομικούς υπουργούς ήταν αμφιλεγόμενη, και οι τριβές γύρω από την ολοκλήρωση εμβληματικών ιδιωτικοποιήσεων (Ελληνικό) ή την έναρξη νέων (Εγνατία Οδός, ενεργειακές, εταιρείες ύδρευσης) συνεχίστηκαν, όχι τόσο δημόσια, όσο υπόγεια.

Σαν αποτέλεσμα όλων των παραπάνω, από το φετινό στόχο εσόδων ύψους 1,9 δισ που αναγράφονται στο συμπληρωματικό μνημόνιο, τρεις μήνες πριν κλείσει η χρονιά, δεν έχουν εισπραχθεί πάνω από 1,3-1,4 δισ. ευρώ. Τα μέχρι τώρα έσοδα καλύπτουν το 68% του τεθέντος στόχου, επομένως θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι το 2017, ολοκληρώνεται με σχετική επιτυχία.

Δεν είναι έτσι. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ στάθηκε πολύ τυχερή, καθώς της έτυχε το κλείσιμο της μεγαλύτερης μέχρι σήμερα αποκρατικοποίησης του προγράμματος, αυτής των δεκατεσσάρων αεροδρομίων, ύψους 1,2 δισ. ευρώ, που εν πολλοίς είχε ολοκληρωθεί επί ΝΔ. Δίχως αυτήν, τα φετινά έσοδα θα διέτρεχαν τον κίνδυνο να περιοριστούν στην πολύ φτωχή επίδοση των μερικών… εκατοντάδων εκατομμυρίων, εν προκειμένω από το κλείσιμο της συμφωνίας για τη ΤΡΑΙΝΟΣΕ (45 εκατ.), την πώληση κάποιων ακινήτων και ξενοδοχείων (μερικές δεκάδες εκατ.), κ.ο.κ.

Τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά αν για παράδειγμα είχε το ΤΑΙΠΕΔ σύμμαχο την κυβέρνηση στην ολοκλήρωση τριών-τεσσάρων εμβληματικών ιδιωτικοποιήσεων. Ο πολυθρήλητος για παράδειγμα διαγωνισμός του ΔΕΣΦΑ προκηρύχθηκε με καθυστέρηση, μόλις στα τέλη Ιουνίου, και παρ’ ότι το όποιο τίμημα είχε συμπεριληφθεί στα φετινά έσοδα, θεωρείται εξαιρετικά δύσκολα να έχει ολοκληρωθεί ως το τέλος της χρονιάς, ακόμη και αν η τελική φάση ευοδωθεί με επιτυχία. Το ίδιο ακριβώς ισχύει με την προ ημερών υπογραφή της παράτασης για 20 επιπλέον χρόνια, δηλαδή μέχρι το 2046, της σύμβασης παραχώρησης του Ελευθέριος Βενιζέλος, με την εταιρεία “Διεθνής Αερολιμένας Αθηνών” (ΔΑΑ). Απαιτούνται χρονοβόρες εγκρίσεις από Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ανταγωνισμού, το Ελεγκτικό Συνέδριο, χρειάζεται Κύρωση από τη Βουλή, που σημαίνει ότι δύσκολα θα εισπραχθεί η προυπολογισμένη για φέτος δόση των 256 εκατ. ευρώ. Στη περίπτωση πάλι του ΟΛΘ, τέσσερις μήνες μετά την ανακήρυξη της κοινοπραξίας ως αναδόχου, το νομικό πρόσωπο που θα αναλάβει το λιμάνι δεν έχει ακόμη συσταθεί, άρα και εδώ, θεωρείται μάλλον απίθανο να έχει κλείσει η συμφωνία εντός του 2017.

Σαν να μην έφταναν τα παραπάνω, ισχυρές μειοψηφίες μπλοκάρουν συνεχώς την προκήρυξη του διαγωνισμού παραχώρησης της Εγνατίας Οδού, ενώ οι μετωπικοί σταθμοί διοδίων, παρ’ ότι έτοιμοι, εντούτοις δεν λειτουργούν, καθώς εκκρεμεί η υπουργική απόφαση για την τιμολογιακή πολιτική. Οσο για το πακέτο των νέων και πολιτικά ευαίσθητων διαγωνισμών, αυτών που υποτίθεται ότι θα προκηρυχθούν εντός του 2018, δηλαδή των εταιρειών ενέργειας και ύδρευσης, είναι προφανές ότι για να ξεκινήσουν απαιτείται ισχυρή πίεση άνωθεν. Πολιτική ωστόσο βούληση δεν φαίνεται να υπάρχει.

Στην πιο κρίσιμη καμπή του προγράμματος, ενώ οι αποκρατικοποιήσεις θα έπρεπε αυτή τη στιγμή να χρησιμοποιούνται ως το “ηχείο” για να στέλνουν μήνυμα σε αγορές και επενδυτές ότι υπάρχει φιλοεπενδυτικό κλίμα στην Ελλάδα κάτι αλλάζει, το βαρομετρικό είναι χαμηλό.

Ο φετινός στόχος εσόδων αναμένεται να παρουσιάσει μια τρύπα κοντά στα 600-700 εκατ ευρώ, και τα ποσά αυτά πρόκειται να μεταφερθούν στο 2018, που σημαίνει ότι ο ούτως ή άλλως μαξιμαλιστικός στόχος για 2,5 δισ., θα ξεπεράσει τα 3 δισ.ευρώ.

Ο στόχος είναι προφανώς ανέφικτος. Σε μια συγκυρία σαν τη παραπάνω, το ΤΑΙΠΕΔ καλείται μέσα σε μια χρονιά, το 2018, να εισπράξει, περίπου όσα έσοδα έχει καταφέρει να μαζέψει από τη σύστασή του, το 2011 έως και τα τέλη του 2016, δηλαδή 3,3 δισ. !

Του Γιώργου Φιντικάκη

liberal.gr