Διπλό μήνυμα Κυριάκου στους Ευρωπαίους για την ανοχή στην υπερφορολόγηση και την παράταση της λιτότητας

«Η λιτότητα έχει παρατραβήξει στην Ελλάδα», τόνισε ο πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας – «Δυστυχώς και οι πιστωτές μας δέχθηκαν την συνειδητή επιλογή του ΣΥΡΙΖΑ   να υπερφορολογήσει τη μεσαία τάξη της Ελλάδας»

Eυθύνες και στους δανειστές για την υπερφολόγηση των Ελλήνων πολιτών κατελόγισε ο πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας Κυριάκος Μητσοτάκης, ο οποίος μιλώντας το βράδυ της Τρίτης στην Ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος στο Στρασβούργο, ζήτησε να κλείσει ο κύκλος της πολυτεούς λιτότητας στην Ελλάδα.

«Ο ΣΥΡΙΖΑ προχώρησε σε μια συνειδητή επιλογή να υπερφορολογήσει τη μεσαία τάξη της Ελλάδας και να προσθέσει ένα αχρείαστο βάρος στην πραγματική οικονομία προκειμένου να αφήσει άθικτο τον Δημόσιο τομέα», ανέφερε χαρακτηριστικά ο κ. Μητοστάκης, ο οποίος έγινε δεκτός με θερμά λόγια από τον πρόεδρο της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΕΛΚ Γερμανό ευρωβουλευτή Μάνφρεντ Βέμπερ, ο οποίος επαίνεσε την κυβέρνηση Σαμαρά και στο κλείσιμο της παρέμβασης του προέδρου της ΝΔ έκανε λόγο για «εμπνευσμένη ομιλία».

Η πολιτική της  υπερφολόγησης, τόνισε ο πρόεδρος της ΝΔ «ήταν μια καταστροφική επιλογή, που δέχθηκαν δυστυχώς και οι πιστωτές μας, χωρίς να λάβουν υπόψη τον αντίκτυπο που θα είχε αυτή  στην πραγματική οικονομία, στη δημιουργία θέσεων εργασίας και στην κοινωνική συνοχή».

Ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης τάχθηκε επίσης υπέρ του τερματισμού της λιτότητας, εκφράζοντας, ωστόσο, την πεποίθηση ότι για να συμβεί αυτό απαιτείται να προηγηθεί πολιτική αλλαγή στην Ελλάδα.

“Η λιτότητα έχει παρατραβήξει στην Ελλάδα και η επόμενη μεγάλη πρόκληση για τη χώρα μου είναι να αποκαταστήσει μια ανταγωνιστική οικονομία και μια λειτουργική δημόσια διοίκηση”, ανέφερε σε άλλο σημείο της ομιλίας του ο πρόεδρος της ΝΔ.

Υποστήριξε ότι η ΝΔ είναι το μόνο πολιτικό κόμμα στην Ελλάδα που “διαθέτει ένα συνεκτικό και ολοκληρωμένο σχέδιο για την εποχή μετά το τέλος του Προγράμματος Δημοσιονομικής Προσαρμογής”. Και τόνισε ότι στόχος του είναι να αναλάβει την “πλήρη ιδιοκτησία μιας μεταρρυθμιστικής ατζέντας που θα εφαρμοστεί με ταχύτητα και αποτελεσματικότητα”.

“Πιστεύω βαθιά ότι η πολιτική αλλαγή είναι αναγκαία προϋπόθεση για να μπει ένα οριστικό τέλος στον κύκλο της λιτότητας και να αποκατασταθεί η θέση της Ελλάδας ως ενός αξιόπιστου εταίρου στην Ευρώπη”, είπε απευθυνόμενος στους ευρωβουλευτές της συντηρητικής πτέρυγας του Ευρωκοινοβουλίου.

“Σε μια εποχή που η εμπιστοσύνη στην πολιτική είναι χαμηλή, δεν πρέπει να συνεχίσουμε με την ίδια συνήθη προσέγγιση”, σημείωσε, υποστηρίζοντας ότι ο ίδιος διαθέτει τολμηρό πρόγραμμα αλλαγών. “Το σχέδιό μας”, είπε, “είναι τολμηρό και φιλόδοξο, τόσο όσον αφορά στις αλλαγές στο κόμμα μας όσο και αναφορικά με την παρουσίαση στους Έλληνες πολίτες ενός ξεκάθαρου σχεδίου για το μέλλον”.

Ο πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας υποστήριξε ότι “δεν μπορείς να πολεμήσεις το λαϊκισμό με περισσότερο λαϊκισμό” και γι΄ αυτό “πρέπει να πεις στον κόσμο την αλήθεια”. Ταυτόχρονα, συμπλήρωσε, “πρέπει να δείξεις ότι έχεις διδαχθεί από τα λάθη σου, να φέρεις νέα και ταλαντούχα στελέχη και να παρουσιάσεις ένα ανανεωμένο πρόσωπο σε ένα κουρασμένο και συχνά κυνικό εκλογικό σώμα. Όμως, το πιο σημαντικό, είναι ότι πρέπει να μιλήσεις στους ανθρώπους για τα ζητήματα που τους ενδιαφέρουν και να τους πείσεις ότι θα κάνεις την καθημερινότητά τους καλύτερη”.

Όπως εξήγησε, στην περίπτωση της Ελλάδας, αυτό “περιλαμβάνει συζητήσεις για τις ιδιωτικές επενδύσεις και τη δημιουργία θέσεων εργασίας, για τη μείωση του φορολογικού βάρους της μεσαίας τάξης, για την βελτίωση της εκπαίδευσης, για την ασφάλεια στις γειτονιές και για την εξασφάλιση σε όσους έχουν ανάγκη ενός προστατευτικού κοινωνικού διχτυού”.

Κατά τον πρόεδρο της ΝΔ, “η Ελλάδα ήταν το πρώτο θύμα του λαϊκίστικου κύματος που χτύπησε την Ευρώπη”. Όπως είπε, ”έχει πληρώσει πολύ βαρύ τίμημα με την εκλογή μιας κυβέρνησης που έχει αποδειχθεί εντελώς ανίκανη να διαχειριστεί τις τύχες της χώρας”.

Στο τέλος του 2014, συμπλήρωσε, “έπειτα από μια βαθιά ύφεση έξι ετών, η Ελλάδα ήταν έτοιμη να αλλάξει σελίδα. Είχε κατορθώσει να επιτύχει μια αξιοσημείωτη δημοσιονομική προσαρμογή. Η οικονομία αναπτυσσόταν ξανά και η πρόβλεψη ήταν ότι το 2015 η Ελλάδα, όχι μόνο θα έβγαινε από το Πρόγραμμα Δημοσιονομικής Προσαρμογής, αλλά ότι θα πετύχαινε και αύξηση του Α.Ε.Π. της κατά 2,9%. Δυστυχώς, αυτή η θετική προοπτική ανατράπηκε από την άνοδο στην εξουσία του ΣΥΡΙΖΑ. Αντί για ανάπτυξη το 2015, βιώσαμε ύφεση 0,7%. Και αντί για έξοδο από το Πρόγραμμα, καταλήξαμε να υπογράφουμε ένα νέο τριετές Πρόγραμμα”.

Επισημαίνοντας ότι “η Ελλάδα ήταν η πρώτη χώρα που έφερε στην εξουσία μία κυβέρνηση λαϊκιστών”, ο πρόεδρος της ΝΔ υποστήριξε ότι πλέον “το εκκρεμές μετατοπίζεται πλέον προς την αντίθετη κατεύθυνση”. Και κατέληξε: “Θα αποδείξουμε ότι η πολιτική που βασίζεται στην αλήθεια, τη λογική και τη μετριοπάθεια θα επικρατήσει ξανά. Ο ελληνικός λαός έχει υποστεί πολλά τα τελευταία οκτώ χρόνια και έχει αντιμετωπίσει όλα τα εμπόδια με αξιοπρέπεια.  Αλλά δικαιούται να ατενίζει το μέλλον με αισιοδοξία.

Οφείλουμε να διαμορφώσουμε τις απαιτούμενες συνθήκες για την επιστροφή στην βιώσιμη ανάπτυξη φροντίζοντας παράλληλα να μην μένει κανείς πίσω. Το χρωστάμε στις 400.000 νέων Ελλήνων που εγκατέλειψαν την χώρα τους αναζητώντας ένα καλύτερο μέλλον στο εξωτερικό.  Αυτό δεν μπορεί να είναι αποδεκτό. Θα οικοδομήσουμε μία ισχυρή Ελλάδα μέσα σε μία ισχυρή Ευρώπη. Όλοι όσοι μετέχουν στο ευρωπαϊκό εγχείρημα έχουν καταβάλλει μεγάλη προσπάθεια και δεν αξίζει να αποτύχουμε. Αλλά είμαι σίγουρος ότι θα επιτύχουμε”.

Συναντήσεις

Λίγο πριν μιλήσει στη Συνέλευση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, ο πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας, Κυριάκος Μητσοτάκης, είχε σειρά επαφών στο Στρασβούργο με τον τον επικεφαλής των Φιλελεύθερων Δημοκρατών, Γκι Φέρχοφσταντ, τον πρόεδρο της Κοινοβουλευτικής Ομάδας τoυ ΕΛΚ, Μάνφρεντ Βέμπερ, τον γενικό γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης, Θόρμπγιορν Γιάγκλαντ και τον αντιπρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Βάλντις Ντομπρόβσκις.

Νωρίτερα το πρωί συναντήθηκε με τον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Αντόνιο Ταγιάνι (φωτογραφία) και τον πρόεδρο του Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Γκουίντο Ραϊμόντι.

protothema.gr