Ο βαρύς λογαριασμός της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ: Από την διαπραγμάτευση στα μέτρα

Μια στροφή 360 μοιρών στην οικονομική πολιτική με κόστος από 86 δισ. ευρώ (σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος) μέχρι και 100 δισ. ευρώ (σύμφωνα με τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας-ESM) για την οικονομία και έναν λογαριασμό 21 δισ. ευρώ σε «καθαρά» μέτρα για νοικοκυριά και επιχειρήσεις ήταν το αποτέλεσμα του τρίτου Μνημονίου στην τριετία της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ (από 25 Ιανουαρίου 2015 μέχρι την ερχόμενη Πέμπτη 25 Ιανουαρίου 2018, οπότε και συμπληρώνονται τρία χρόνια).

Στην Ιστορία έχουν μείνει το πρώτο εξάμηνο του 2015 και η καταστροφική διαπραγμάτευση που οδήγησε στο τρίτο Μνημόνιο, το κλείσιμο των τραπεζών και την επιβολή ελέγχων στην κίνηση κεφαλαίων (που ακόμα ισχύουν) καθώς και η δραματική περίοδος -από τον Μάιο μέχρι και τον Ιούλιο του ίδιου χρόνου- κατά την οποία η χώρα φλέρταρε με το ενδεχόμενο της εκπαραθύρωσης όχι μόνο από το ευρώ αλλά από την Ε.Ε. με συνέπεια την ανεξέλεγκτη χρεοκοπία.

Το πρώτο αυτό εξάμηνο είχε τίμημα ένα Μνημόνιο σκληρών μέτρων με συνέπειες που μέχρι στιγμής προσπαθούν να περιορίσουν κάποια έκτακτα βοηθήματα που ήρθαν στο τέλος του 2016 και του 2017. Ωστόσο το κόστος -ειδικά για τα μεσαία εισοδήματα και τις επιχειρήσεις- ήταν τεράστιο αφού η κυβέρνηση από το «όχι σε όλα» στην αρχή της θητείας της έγινε η χώρα που εφαρμόζει με τη μεγαλύτερη συνέπεια όλα τα σκληρά μέτρα περιοριστικής πολιτικής.

Ειδικότερα σε ό,τι αφορά το κόστος που επωμίστηκαν επιχειρήσεις και νοικοκυριά, οι εκπρόσωποι του σκληρού πυρήνα του οικονομικού επιτελείου έχουν καταντήσει σχεδόν κουραστικοί να επαναλαμβάνουν σε δημόσιες τοποθετήσεις τους ότι ήταν επιλογή η υπερφορολόγηση των μεσαίων εισοδημάτων.

Σε ό,τι αφορά το κόστος, τα μέτρα που ψηφίστηκαν και εφαρμόζονται από το 2015 ή θα εφαρμοστούν μέχρι και το 2020, η κυβέρνηση δίνει μια… μαγική εικόνα. Τα «ονομαστικά» μέτρα που ψηφίστηκαν την τριετία 2015-2017 και θα εφαρμοστούν στο σύνολό τους μέχρι και το 2020 έφτασαν τα 14,2 δισ. ευρώ με βάση το ΜΠΔΣ 2019-2021. Το πραγματικό κόστος των μέτρων για επιχειρήσεις και νοικοκυριά είναι αρκετά υψηλότερο και φτάνει τα 21 δισ. ευρώ.

Η αύξηση των περίπου 7 δισ. ευρώ προκύπτει από την καθαρή επιβάρυνση που προκύπτει από τα υπερπλεονάσματα (δηλαδή η ετήσια υπέρβαση των στόχων για πρωτογενές πλεόνασμα που έθετε το πρόγραμμα) για την τριετία 2015-2017 που έφτασαν στο αστρονομικό ποσό των 9,52 δισ. ευρώ (2,1 δισ. ευρώ το 2015, 4,82 δισ. ευρώ με το πλεόνασμα-μαμούθ του 2016 και 2,6 δισ. ευρώ το 2017). Από το ποσό αυτό θα πρέπει να αφαιρεθούν το «κέρδος» από τα μη παραμετρικά μέτρα (πάταξη της φοροδιαφυγής και της εισφοροδιαφυγής) και το κοινωνικό μέρισμα με όποια μορφή δόθηκε το 2016 και το 2017. Το κέρδος από τα μη παραμετρικά μέτρα για τα τρία χρόνια φτάνει σε καθαρούς όρους τα 758 εκατ. ευρώ. Οι εισπράξεις από τις διάφορες λίστες των μεγαλοκαταθετών (λίστα Λαγκάρντ, λίστα Μπόργιανς κ.ά.) ήταν στην τριετία περίπου 88 εκατ. ευρώ ενώ το κέρδος από την οικειοθελή αποκάλυψη αδήλωτων εισοδημάτων περίπου 900 εκατ. ευρώ, από τα οποία έχουν εισπραχθεί περίπου 670 εκατ. ευρώ με βάση τα τελευταία στοιχεία.

Το δε κοινωνικό μέρισμα για τη διετία 2016-2017 έφτασε τα 2,05 δισ. ευρώ από τα οποία τα 650 εκατ. δόθηκαν το 2016 σε μικροσυνταξιούχους και 1,4 δισ. ευρώ στο τέλος του 2017 σε οικονομικά ευάλωτα νοικοκυριά και για τη διόρθωση της αδικίας με το λανθασμένο υπολογισμό των εισφορών υγείας σε συνταξιούχους.

Αν λοιπόν αφαιρεθούν τα 2,763 δισ. ευρώ (από μέρισμα και μη παραμετρικά μέτρα) από τα υπερπλεονάσματα των 9,5 δισ. ευρώ, τα επιπλέον αχρείαστα μέτρα που αφαιρέθηκαν ως ρευστότητα από την οικονομία είναι 6,737 δισ. ευρώ. Αν τα μέτρα αυτά προστεθούν στα ονομαστικά μέτρα ύψους 14,2 δισ. ευρώ, το καθαρό κόστος των μέτρων της τριετίας για επιχειρήσεις και νοικοκυριά φτάνει τα 20,937 δισ. ευρώ.

Τα μέτρα της τριετίας

• Τα υπερπλεονάσματα είναι σαφές ότι προήλθαν από διαδοχικά πακέτα σκληρών μέτρων, με πρώτο αυτό που υιοθετήθηκε αμέσως μετά τη δραματική συμφωνία για το τρίτο Μνημόνιο στις 13 Ιουλίου του 2015.

• Το πρώτο κύμα έφερε μέτρα 7,9 δισ. ευρώ για το 2015 και το 2016 το οποίο επιμερίστηκε σε παρεμβάσεις ύψους 2,69 δισ. ευρώ (1,51% του ΑΕΠ) για το 2015 και 5,2 δισ. ευρώ (2,87% του ΑΕΠ) για το 2016.

• Τον Μάιο του 2016 ήρθαν νέα μέτρα ύψους 5,8 δισ. ευρώ (3% του ΑΕΠ) από τα οποία 2,1 δισ. ευρώ από την αύξηση της φορολογίας, 1,8 δισ. ευρώ από νέες περικοπές συντάξεων και 1,8 δισ. ευρώ από νέους έμμεσους φόρους.

• Τον Μάιο του 2017 ήρθαν επιπλέον μέτρα 350 εκατ. ευρώ για το 2018 και άλλα 5,1 δισ. ευρώ που αφορούσαν σε νέες περικοπές συντάξεων και αφορολογήτου το 2019 και το 2020 και ήταν στην ουσία το τίμημα που θα έπρεπε να πληρώσει η Ελλάδα για να συμμετέχει το ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα.

Στα 225 δισ. ευρώ υπολογίζεται ότι έχει φτάσει το ιδιωτικό χρέος

Ολα αυτά αποτέλεσαν καίριο πλήγμα για την ιδιωτική οικονομία, με το χρέος των ιδιωτών να υπολογίζεται σήμερα στα 225 δισ. ευρώ ή το 121% του ΑΕΠ από 175 δισ. ευρώ στην αρχή του 2015 χωρίς να υπάρχει ορατή διέξοδος αφού η μόνη λύση είναι η πολιτική των ρυθμίσεων.

Στην πρόσφατη έκθεσή του για την κατάσταση του χρηματοπιστωτικού συστήματος ο διοικητής της ΤτΕ, Γιάννης Στουρνάρας, επισημαίνει ότι τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια παραμένουν κοντά στα 100 δισ. ευρώ. Σε πρόσφατα στοιχεία της η ΑΑΔΕ ανακοίνωσε ότι το χρέος των φορολογουμένων προς την εφορία μέχρι και το τέλος Νοεμβρίου φτάνει τα 100,7 δισ. ευρώ με το φαινόμενο να έχει αυξητική τάση. Ενα πιο ποιοτικό στοιχείο της τελευταίας τριετίας και αποτέλεσμα της υπερφορολόγησης είναι ότι το ποσοστό φορολογικής συμμόρφωσης, δηλαδή της πληρωμής βεβαιωμένων φόρων από τα νοικοκυριά για την τριετία 2015-2017, μειώθηκε σε μέσα επίπεδα κατά 5%, δείγμα της εξάντλησης της φοροδοτικής ικανότητας.

Τα χρέη προς τα ασφαλιστικά ταμεία έχουν ξεπεράσει τα 23 δισ. ευρώ και πλέον η μόνη ελπίδα για την ανάκτηση μέρους των οφειλών αυτών είναι ο εξωδικαστικός συμβιβασμός και οι ρυθμίσεις των 120 δόσεων για τους ελεύθερους επαγγελματίες.

Οσοι δεν μπορέσουν -λόγω κριτηρίων- να ενταχθούν σε κάποια ρύθμιση ή λόγω συνεχιζόμενης αδυναμίας θα απενταχθούν από τη ρύθμιση θα βρουν μπροστά τους το νέο καθεστώς που έχει διαμορφώσει η πρόσφατη νομοθεσία για τους ηλεκτρονικούς πλειστηριασμούς, με ταχείες διαδικασίες και κατάσχεση κινητών περιουσιακών στοιχείων με πρώτους τους τραπεζικούς λογαριασμούς.

«Παγωμένη» και το 2018 η χρηματοδότηση της οικονομίας

Στα τρία χρόνια της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ δραματικές ήταν οι εξελίξεις και για τις τράπεζες, η κεφαλαιοποίηση των οποίων, από το 2015, δεν ξεπερνά τα 10-11 δισ. ευρώ από 35 δισ. ευρώ το 2009. Η απώλεια καταθέσεων (42 δισ. ευρώ το πρώτο εξάμηνο), τα capital controls και η αναγκαστική τρίτη ανακεφαλαιοποίηση στο τέλος του 2015 -αν και πρωτοφανή φαινόμενα για ευρωπαϊκή χώρα- ήταν μόνο η αρχή.

Οι καθυστερήσεις στη δημιουργία θεσμικού πλαισίου για την εκκαθάριση των «κόκκινων» δανείων -το οποίο συμπληρώνεται ακόμη- και η σταδιακή αποχώρηση από το δανεισμό του ELA δεν πέρασαν χωρίς συνέπειες για την πραγματική οικονομία η οποία κινείται από την αρχή της περιόδου μέχρι και σήμερα με αρνητικούς ρυθμούς πιστωτικής επέκτασης και υψηλά επιτόκια.

Στην παρούσα φάση οι εμπορικές τράπεζες βρίσκονται μπροστά σε ένα ακόμη τεστ αντοχής που θα ξεκινήσει τον επόμενο μήνα. Παρά τις διαβεβαιώσεις ενδέχεται να προκύψουν και νέες -έστω και περιορισμένες- κεφαλαιακές ανάγκες για κάποιες από τις τέσσερις εμπορικές τράπεζες, οι οποίες θα πρέπει να προχωρήσουν σε νέες αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου.

Ο φόβος πηγάζει από το γεγονός ότι η καθυστέρηση έχει αυξήσει τις επισφάλειες, με τον κανονισμό της ΕΚΤ να γίνεται πιο αυστηρός από τον επόμενο χρόνο. Η διαδικασία των stress test είναι δεδομένο ότι θα παγώσει τουλάχιστον μέχρι και τα μέσα του χρόνου κάθε διάθεση για χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας ακόμη και με εξασφαλίσεις. Παράλληλα, θα δυσκολέψει σημαντικά και η εφαρμογή του σχεδίου για την πλήρη άρση των capital controls η οποία μεταφέρεται -μοιραία- από χρόνο σε χρόνο.

Ανάπτυξη υπό συνεχή αναθεώρηση προς… τα κάτω

Ενα ακόμη στοιχείο της οικονομικής πολιτικής της τελευταίας τριετίας είναι ότι παράλληλα με τη συνεχή αναθεώρηση προς τα πάνω των πρωτογενών πλεονασμάτων, η αναθεώρηση των προβλέψεων για την ανάπτυξη είναι προς τα κάτω.

Από την ύφεση του 2015, Ε.Ε. και ΔΝΤ προέβλεπαν μέχρι και τις αρχές του 2017 ανάπτυξη 2,7% του ΑΕΠ για πέρσι και 3,1% του ΑΕΠ για φέτος. Ηδη οι προβλέπεις έχουν αναθεωρηθεί προς τα κάτω κατά 1,7% για τη διετία και πλέον προβλέπεται ανάπτυξη 1,6% του ΑΕΠ για το 2017 και 2,5% του ΑΕΠ για το τρέχον έτος.

Εκτός από την πιστωτική ασφυξία -που ήταν λίγο ως πολύ αναμενόμενη λόγω των συνθηκών- υπάρχουν και άλλες αιτίες:

• Η μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος για κατανάλωση των νοικοκυριών παρά τη μείωση της ανεργίας, αφού το 57% των νέων συμβάσεων εργασίας αφορά σε ευέλικτα ωράρια και αμοιβές. Τούτο τη στιγμή που το 67% του ΑΕΠ αφορά στην ιδιωτική κατανάλωση.

• Ο κατασκευαστικός κλάδος και η αγορά ακινήτων παραμένουν στον… πάγο λόγω της βαριάς φορολογίας και της αδυναμίας χρηματοδότησης τόσο των κατασκευαστών όσο και των καταναλωτών.

• Η τεράστια καθυστέρηση στην ολοκλήρωση των αποκρατικοποιήσεων. Επενδύσεις-σταθμοί (Ελληνικό, περιφερειακά αεροδρόμια, ΟΛΠ, ΟΛΘ) καθυστερούν, παρότι παραλήφθηκαν σε προχωρημένη φάση από την προηγούμενη κυβέρνηση.

• Το στήριγμα της ανάπτυξης τα τελευταία χρόνια ήταν ο τουρισμός ο οποίος λόγω συγκυριακών συνθηκών σε ανταγωνιστικές χώρες (Τουρκία, χώρες Βόρειας Αφρικής) κατέγραψε τα δύο τελευταία χρόνια διψήφια ποσοστά αύξησης.

ΤΑΣΟΣ ΔΑΣΟΠΟΥΛΟΣ

 tdasopoulos@e-typos.com

Από την έντυπη έκδοση του Ελεύθερου Τύπου της Κυριακής