Iταλία: Κυρίαρχος ο λαϊκισμός, ασπίδα όμως το Σύνταγμα – Οι διαφορές με την Ελλάδα

Μπορεί η φράση η φράση «una faccia, una razza» να χρησιμοποιείται απλοϊκά για να περιγράψει ομοιότητες ανάμεσα στην ελληνική και ιταλική κρίση, ωστόσο οι διαφορές είναι τόσες πολλές που αναιρούν στην πράξη αυτό το ρητό.

Πράγματι και οι δύο χώρες έχουν τεράστιο δημόσιο χρέος .Και στις δύο χώρες εξελέγησαν λαϊκιστές που υποσχέθηκαν εύκολες λύσεις σε σύνθετα προβλήματα. Και στις δύο χώρες αναπτύχθηκε μια ρητορική για την «κυριαρχία των Βρυξελλών». Οι ομοιότητες όμως ανάμεσα στην Ελλάδα και τη γείτονα χώρα σταματούν εδώ. Και αυτό διότι η Ιταλία, η τρίτη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωζώνης και μια από τις επτά μεγαλύτερες του κόσμου σε αντίθεση με την Ελλάδα «υποφέρει» περισσότερο από τα εγχώρια πολιτικά παιχνίδια και λιγότερο από τους άκαμπτους κανόνες της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης.

Η μεγαλύτερη, ίσως, διαφορά, εντοπίζεται στο Σύνταγμα της Ιταλίας. Το Σύνταγμα της τρίτης μεγαλύτερης οικονομίας της Ευρωζώνης αφιερώνει 20 μόνο λέξεις για την ανάδειξη της κυβέρνησης και αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο ο Πρόεδρος της χώρας να αρνηθεί έναν προτεινόμενο υπουργό. Το Σύνταγμα της Ελλάδας αφιερώνει 353 λέξεις για το θέμα της ανάδειξης του πρωθυπουργού και της κυβέρνησης, οι οποίες «σηκώνουν» πολλές ερμηνευτικές προσεγγίσεις και δημιουργούν προβληματισμούς. Με λίγα λόγια το ιταλικό Σύνταγμα είναι σαφές και ξεκάθαρο, ενώ της Ελλάδας υπάρχει για να…δίνει δουλειά στους συνταγματολόγους.

Η άρνηση του του προέδρου της Ιταλικής Δημοκρατίας Σέρτζιο Ματαρέλα, ενός ανθρώπου που θεωρείται στην Ιταλία ως ορισμός της μετριοπάθειας, να δεχθεί τον Πάολο Σαβόνα, τον 81 ετών οικονομολόγο ως υπουργό Οικονομικών της χώρας και η απόφαση του συνασπισμού ακροδεξιών-λαϊκιστών να μην προτείνουν άλλο πρόσωπο για αυτή τη θέση και να οδηγήσουν τη χώρα σε νέες εκλογές, ερμηνεύεται από αναλυτές στην Ιταλία ως μια κίνηση τακτικής των ακροδεξιών της Λέγκα και του «Κινήματος των Πέντε Αστέρων». Μια κίνηση τακτικής που σύμφωνα με τους ίδιους τους εμπνευστές της θα τους δώσει ακόμα μεγαλύτερα ποσοστά. Αν όχι, ακόμα και την πλειονοψηφία.

Η Λέγκα και τα «Πέντε Αστέρια» παίζουν με τους θεσμούς της Δημοκρατίας

Δεν είναι η πρώτη φορά που ένας Ιταλός πρόεδρος αρνείται να δεχθεί έναν υπουργό- Συμβαίνει για τρίτη φορά την τελευταία δεκαετία- Είναι ωστόσο η πρώτη που ένας συνασπισμός, αρνείται να προτείνει άλλο πρόσωπο και επιλέγει τη σύγκρουση

Μια σύγκρουση που δίνει την ευκαιρία σε αυτά τα κόμματα να ξεκινήσουν μια αντι-ευρωπαική καμπάνια, χαρακτηρίζοντας την υποχρέωση του πρόεδρου της Ιταλικής Δημοκρατίας να υπερασπιστεί το Σύνταγμα της χώρας, ως υποχώρηση απέναντι σε αόρατους εχθρούς. Και αυτό παρά το γεγονός καθώς ο Πρόεδρος της Ιταλικής Δημοκρατίας, σε αντίθεση με τον Έλληνα ομόλογό του, όχι μόνο μπορεί να αρνηθεί έναν προτεινόμενο υπουργό, αλλά οφείλει να το πράξει, ως θεματοφύλακας του Συντάγματος της χώρας.

Ο Σέρτζιο Ματαρέλα, πρόεδρος της ιταλικής Δημοκρατίας και πρώην Δικαστής του συνταγματικού Δικαστηρίου της χώρας, γνωρίζει καλύτερα τη ρητή επιταγή του άρθρου 92 του Συντάγματος της χώρας που δίνει στον ίδιο, στο πλαίσιο τις εξισορρόπησης των εξουσιών, το δικαίωμα να δεχθεί ή όχι έναν υπουργό. Κάτι που δεν ισχύει στην Ελλάδα με το υφιστάμενο συνταγματικό καθεστώς, καθώς ο πρόεδρος της ελληνικής Δημοκρατίας απεψιλώθη από τις αρμοδιότητες που είχε.

Οι υπουργοί που δεν έγιναν δεκτοί από τους Προέδρους τις ιταλικής Δημοκρατίας

Κόντρα σε όσους θεωρούν ότι πρόκειται για πρωτοφανές γεγονός στην μεταπολεμική πολιτική κατάσταση της Ιταλίας, στην πράξη, αποτελεί κανόνα. Από 1994 μέχρι σήμερα υπάρξουν τρεις άλλες περιπτώσεις στις οποίες ο πρόεδρος της Δημοκρατίας εφαρμόζοντας το Σύνταγμα αρνήθηκε να να δεχθεί τον διορισμό ενός υπουργού και κανείς δεν τόλμησε να αμφισβητήσει τις συνταγματικές επιταγές.

Από τον Σίλβιο Μπερλουσκόνι στον Ματέο Ρέντσι

Το 1994 ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι είχε διάφορα ανοιχτά θέματα με την ιταλική Δικαιοσύνη. Μετά την εκλογική του επικράτηση πρότεινε στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Οσκαρ Λουίτζι Σκάλφαρο τον Τσέζαρε Πρεβίτι, τον δικηγόρο του, ως υπουργό Δικαιοσύνης. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας αρνήθηκε φυσικά να τον δεχθεί και ο «Καβαλιέρε» υποχώρησε.

Το 2001 ο πρόεδρος της ιταλικής Δημοκρατίας Κάρλο Ατσέλιο Τσάμπι έθεσε ένα ακόμα βέτο στον Σίλβιο Μπερλουσκόνι, ο οποίος ήθελε να ορίσει ως υπουργό Δικαιοσύνης έναν ακόμα στενό του συνεργάτη. Τον Ρομπέρτο Μαρόνι. Ο Μπερλουσκόνι αναγκάστηκε να υποχωρήσει ξανά.

Το τελευταίο παράδειγμα…το 2014. Ο Τζόρτζο Ναπολιτάνο ως Πρόεδρος της ιταλικής Δημοκρατίας αρνήθηκε τον διορισμό του Νίκολα Γκρατέρι. Ο λόγος ήταν ο ο κ. Γκρατέρι ως εν ενεργεία Εισαγγελέας δεν θα μπορούσε να ασκήσει σωστά τα καθήκοντά του ως υπουργός. Ο πρωθυπουργός Ματέο Ρέντσι, υποχώρησε χωρίς να υπάρξει καμία πολιτική κρίση.

Οι πρόωρες εκλογές ο στόχος των Ιταλών λαϊκιστών

Η άρνηση του Προέδρου τις ιταλικής Δημοκρατίας να δεχθεί έναν υπουργό δεν είναι σε καμία περίπτωση κάτι καινοφανές, σε αντίθεση με την άρνηση του λαϊκιστικού και ακροδεξιού συνασπισμού να προτείνει ένα άλλο πρόσωπο το οποίο σύμφωνα με το άρθρο 42 του Συντάγματος της χώρας θα προστατεύει την εθνική οικονομία και τις αποταμιεύσεις των Ιταλών πολιτών.

Ο Πρόεδρος της ιταλικής Δημοκρατίας δεν αντιτίθεται – καταρχήν- στην έξοδο της Ιταλίας από την Ευρωζώνη. Δεν έχει την αρμοδιότητα να το κάνει. Εφαρμόζοντας τις συνταγματικές επιταγές ζητεί από τα πολιτικά κόμματα να απευθυνθούν στον ιταλικό λαό. Και να ζητήσουν την έξοδο ή όχι της Ιταλίας από την Ευρωζώνη. Κάτι που ούτε η Λέγκα, ούτε τα «Πέντε Αστέρια» σκέφτονται ή τολμούν να πράξουν…
protothema.gr