Η Ντόρα πίσω από την Ντόρα

«Η διασημότητα είναι μια μάσκα που τρώει το πρόσωπο», έχει πει ο Αμερικανός συγγραφέας Τζον Απντάικ. Εδώ και πάνω από 30 χρόνια η Ντόρα Μπακογιάννη είναι μια διάσημη πολιτικός. Ποιο είναι το πραγματικό της πρόσωπο και πόσο έχει «αντέξει» πίσω από τη «μάσκα» της πολιτικής διασημότητας; Κατά κάποιον τρόπο, αυτό ήταν το θέμα στη συνάντησή μας που έγινε στο γραφείο της, με τη διπλή θέα στον Παρθενώνα και στους Στύλους του Ολυμπίου Διός, στις αρχές της οδού Διονυσίου Αρεοπαγίτου, στην Αθήνα. Η πρωτότοκη θυγατέρα του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, η μεγαλύτερη αδελφή του προέδρου της Νέας Δημοκρατίας, Κυριάκου Μητσοτάκη, η πρώην υπουργός και παραλίγο αρχηγός του κόμματος είναι η γυναίκα βουλευτής που έχει περάσει ίσως τις δυσκολότερες δοκιμασίες και έχει καταγράψει τη μεγαλύτερη διαδρομή στην πολιτική μέχρι σήμερα. Από πού πηγάζει η αυτοπεποίθηση που πολλοί θαυμάζουν επάνω της ή η αλαζονεία που εξίσου πολλοί άλλοι επιμένουν να της προσάπτουν;

«Τρομακτικές ανασφάλειες»

«Και όμως, δεν έχω πίστη στον εαυτό μου», λέει ξεκινώντας να βγάζει αργά και σταθερά τη μάσκα, θέλοντας να δείξει ότι το πραγματικό της πρόσωπο είναι το ίδιο με αυτό που είχε από τότε που ήταν μικρό κορίτσι στην Αθήνα και στην Κρήτη. «Είναι μύθος ότι έχω μεγάλη αυτοπεποίθηση. Αντίθετα, είμαι μια γυναίκα με τρομακτικές ανασφάλειες και πάρα πολλά συμπλέγματα. Το βασικότερο σύμπλεγμά μου για πάρα πολλά χρόνια ήταν το ύψος μου. Τρομερό σύμπλεγμα. Κανένα αγόρι δεν δεχόταν να χορέψει μαζί μου. Ήμουν η πιο ψηλή και η πιο άχαρη στην τάξη. Η μαμά μου με έστειλε στο μπαλέτο. Αλλά οι δασκάλες με έβαζαν να χορεύω πίσω πίσω. Τελικώς βρέθηκα κοντά σε μια αποθήκη και έφυγα, γιατί χαλούσα τη σειρά. Η γιαγιά μου μου είχε πει ότι αποκλείεται να βρω άντρα ποτέ στη ζωή μου, γιατί τόσο ψηλή που είμαι, ποιος θα νοιαστεί να με πάρει; Και στο σχολείο οι βαθμοί μου έφταναν το πολύ στο 16-17. Τα εικοσάρια τα έβλεπα με τα κιάλια».

Το χαμόγελο ως «άμυνα»

Πώς συμβιβάζεται όμως αυτή η περιγραφή με τη δημόσια εικόνα της; «Όταν μπήκα στην πολιτική, η αυτοπεποίθηση έγινε κομμάτι της δημόσιας εικόνας μου, γιατί αυτό που δεν ήθελα με τίποτα ήταν να αποκαλύψω αυτούς τους φόβους κι αυτή την ανασφάλεια. Θεωρούσα ότι, αν οι άλλοι έπαιρναν χαμπάρι τις τεράστιες αδυναμίες μου, θα με πατούσαν κάτω. Κατόπιν τούτου, δεν έμαθε κανένας ποτέ ποιοι ήταν οι δικοί μου φόβοι. Κάποτε μου επιτέθηκαν επειδή χαμογελάω. Όμως το χαμόγελο είναι καθαρή μορφή άμυνας. Πέραν του ότι χαμογελάω από τη φύση μου, στις δύσκολες στιγμές το χαμόγελο είναι άμυνα, και θα έλεγα ότι είναι μια πολύ καλή άμυνα, αφού εκνευρίζει πολύ κόσμο…»

Περί «αλαζονείας»

Και η περίφημη αλαζονεία που πολλοί τής καταλογίζουν; «Η μομφή περί αλαζονείας εμφανίστηκε μετά τη δολοφονία (σ.σ. του συζύγου της και πατέρα των δύο παιδιών της, βουλευτή της ΝΔ Παύλου Μπακογιάννη, που δολοφονήθηκε από τη «17 Νοέμβρη» στις 26 Σεπτεμβρίου 1989). Η αιτία ήταν ότι, λόγω του μεγάλου θυμού που είχα μέσα μου, δεν έβλεπα μπροστά μου τους άλλους ανθρώπους, δεν έδινα σημασία, δεν με ενδιέφερε. Κι όλος αυτός ο κόσμος που με ήξερε τότε δικαίως εξέλαβε αυτή τη συμπεριφορά ως αλαζονεία. Βέβαια, οι πιο στενοί μου άνθρωποι ήξεραν. Αλλά όσοι βρίσκονταν πιο πέρα από τον στενό κύκλο εξέλαβαν τη συμπεριφορά μου –δικαίως πιστεύω– ως μια αρνητική, υπεροπτική συμπεριφορά. Και τώρα που το σκέφτομαι, όταν βλέπεις έναν άνθρωπο και δεν τον χαιρετάς, ο άλλος πώς θα αντιδράσει; Θα σκεφτεί ότι παριστάνεις τη σπουδαία. Όμως, αλαζονική δεν είμαι. Για πολλά μπορείς να με κατηγορήσεις, αλλά αλαζονική δεν είμαι. Γι’ αυτό, άλλωστε, τα πάω πολύ καλά με κόσμο που δεν ζει στο τρίγωνο του Κολωνακίου. Αλλά αν σου βγει το όνομα…» Και το «όνομα» σου βγαίνει εύκολα αν είσαι γυναίκα. «Εμένα δεν μου συγχώρησε κανείς το ότι είμαι γυναίκα. Αν σηκώσεις τον τόνο της φωνής σου, είσαι στρίγγλα, αλλά η ίδια συμπεριφορά από έναν άντρα είναι μαγκιά. Αν πετύχεις σε έναν τομέα, τότε είσαι υπέρμετρα φιλόδοξη, αλλά αν πετύχει ένας άντρας τις ίδιες επιδόσεις, τότε είναι δραστήριος και έξυπνος. Συμβαίνει παντού και όχι μόνο στην Ελλάδα. Αυτά που έχει τραβήξει η Χίλαρι είναι παρηγοριά για όλες μας. Έκανε λάθη; Δεν ξέρω πολιτικό που να μην έχει κάνει. Τα λάθη του Τραμπ ήταν πολύ περισσότερα, αλλά τα λάθη μιας γυναίκας μετράνε δέκα φορές».

 


Πορτρέτο της νεαρής Ντόρας Μπακογιάννη (1974).

 

Ανάμεσα στον θυμό και στον φόβο

Αλλά με ποια «τεχνική» σηκώνει το βάρος της δημόσιας εικόνας; Κάνει διαλογισμό; «Δεν κάνω διαλογισμό, αλλά, όταν έχω μπροστά μου μια δύσκολη μάχη, προσπαθώ να το σκεφτώ, να συζητήσω με τον εαυτό μου, να ηρεμήσω και να ισορροπήσω ανάμεσα στον θυμό και στον φόβο. Άλλωστε, έτσι ξεκίνησα στην πολιτική. Είχα πολύ μεγάλο θυμό, ανεξέλεγκτο θυμό μετά τη δολοφονία του Παύλου. Και, επίσης, είχα φόβο. Ήταν η πρώτη μεγάλη απώλεια της ζωής μου. Δεν μπορείς να διαχειριστείς εύκολα την απώλεια, δημιουργούνται μέσα σου πολλά συναισθήματα και κανένα από αυτά δεν είναι καλό». Η κυρία Μπακογιάννη διαχειρίστηκε την απώλεια με άμεση έξοδο στην πολιτική μάχη. «Έχεις δύο συναισθήματα. Από τη μια θέλεις να μείνεις μόνος σου σε μια γωνία και να κλείσεις τις πόρτες. Από την άλλη αισθάνεσαι οργή. Εγώ κλείστηκα στον εαυτό μου. Δεν μιλούσα σε κανέναν για όσα μου συνέβαιναν και ταυτόχρονα, με τη μεγάλη οργή που είχα, βγήκα στη μάχη. Δεν πήρα τον χρόνο που χρειαζόμουν για να πενθήσω κανονικά κι έτσι το πένθος μέσα μου παρέμεινε για πολύ περισσότερο χρόνο…»

Μεγαλώνοντας με τον Μητσοτάκη

Η Ντόρα Μπακογιάννη εργαζόταν κοντά στον πατέρα της ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ’70 και συγκεκριμένα από το 1978, όταν ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης εντάχθηκε στη ΝΔ και ανέλαβε αρχικά υπουργός Συντονισμού και στη συνέχεια υπουργός Εξωτερικών στις κυβερνήσεις του Κωνσταντίνου Καραμανλή και του Γεωργίου Ράλλη. Το 1984, όταν ο Μητσοτάκης εκλέχθηκε πρόεδρος της ΝΔ, η Ντόρα ανέλαβε τη διεύθυνση του πολιτικού γραφείου του. «Και όμως, με φόβιζε η δημοσιότητα», λέει. «Εμάς δεν μας ήξερε κανείς το ’60. Μετά τη δικτατορία πήγαμε στο Παρίσι και στη Μεταπολίτευση συνεχίστηκε η ίδια κατάσταση. Να γνωρίζει ο κόσμος τον μπαμπά, αλλά όχι εμάς. Η υπερβολική έκθεση ήρθε μετά το 1989», εξηγεί. «Τη δεκαετία του ’60, όταν ήμασταν μικρά κορίτσια, προτού οι γονείς μου αποκτήσουν τον Κυριάκο, είχαμε την εικόνα ότι ο μπαμπάς μας έκανε μια περίεργη δουλειά που είχε σχέση με κόσμο. Αλλά και πάλι ήταν ένας άνθρωπος που γύριζε στο σπίτι στις 2 και έτρωγε πάντα με τα παιδιά και τη σύζυγό του. Η συζήτηση στο τραπέζι είχε άμεση σχέση μ’ εμάς, με το τι κάνουμε εμείς, δεν υπήρχε πολιτική συζήτηση στο σπίτι». Τα γεγονότα του Ιουλίου του 1965, όταν ο Μητσοτάκης κατηγορήθηκε για την ανατροπή του Γεωργίου Παπανδρέου, ασφαλώς τα θυμάται, αλλά όχι ως ένα θέμα που οι γονείς της συζητούσαν στο σπίτι μπροστά τους. «Θυμάμαι το καλοκαίρι του ’65, που μια φορά περπατούσα με τον μπαμπά μου στον δρόμο και ένας χοντρός κύριος του επιτέθηκε φραστικά. Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου που ήθελα να είμαι αγόρι για να υπερασπιστώ τον μπαμπά μου».

Το «αγοροκόριτσο»

Η Ντόρα σε όλη την παιδική ηλικία της ήταν ένα απείθαρχο αγοροκόριτσο, κάτι που απασχολούσε πολύ τη μητέρα της, τη Μαρίκα Μητσοτάκη. «Η μαμά μου έκανε απεγνωσμένες προσπάθειες να με κάνει πιο κορίτσι, αλλά εμείς είχαμε πολλά ξαδέρφια αγόρια και ζούσαμε πολύ καιρό μαζί τους στην Κρήτη, στο πατρικό μας σπίτι. Με το που πατούσαμε το πόδι μας στα Χανιά, άρχιζε η ελευθερία. Διότι εκεί κουμάντο έκανε η γιαγιά και αυτό σήμαινε ότι δεν υπήρχε κανένα κουμάντο. Όταν ήμασταν στην Αθήνα, για να ησυχάσει λίγο από μένα και να με ξεφορτωθεί, μου έλεγε “πήγαινε στον μπαμπά σου”. Πήγαινα κι εγώ στη Βουλή. Έβαζα το πιγούνι στο μάρμαρο και κοιτούσα. Δεν καταλάβαινα τι έλεγαν, αλλά άκουγα. Ήμουν ευχαριστημένη απλώς επειδή ήμουν εκεί, γιατί ήθελα πάντα να είμαι κοντά στον μπαμπά μου».

Τα παιδιά μου κι εγώ

Ήταν η ίδια κοντά στα δικά της παιδιά όσο θα ήθελε; «Ήμουν κοντά στα παιδιά μου, αλλά, αν είχα το μυαλό που έχω σήμερα, θα είχα κάνει περισσότερα. Ήμουν 22 χρονών όταν έγινα πρώτη φορά μητέρα, δεν είχα συναίσθηση του πώς θα έπρεπε να φερθώ. Είχα διαβάσει, βέβαια, τα βιβλία της εποχής για τη σύγχρονη διαπαιδαγώγηση. Κι έτσι η Αλεξία μεγάλωσε στην αρχή με την αντίληψη ότι “το παιδί ρίχνει κάτω κάτι και ανακαλύπτει τη βαρύτητα”, ότι “το παιδί παίρνει τον κόκκινο μαρκαδόρο και βάφει τους άσπρους καναπέδες και με αυτόν τον τρόπο εκφράζει τη δημιουργικότητά του”. Μέχρι που πήρε πρωτοβουλία η μαμά μου, που τα έβλεπε όλα αυτά και είχε μεγάλες αντιρρήσεις, και ήρθε και μου είπε: “Παιδί μου, εσύ δεν θα μεγαλώσεις παιδιά, εσύ θα μεγαλώσεις εγκληματίες”. Σήμερα, με τα εγγόνια μου, είμαι πιο ισορροπημένη. Πάντως τα παιδιά μου κι εγώ είμαστε πολύ δεμένοι μεταξύ μας, γιατί μείναμε τρεις. Τότε δεθήκαμε πολύ. Όταν τσακώνομαι με τα παιδιά μου, μπορεί να αρρωστήσω πραγματικά για δύο μέρες, να έχω πονοκεφάλους και ιλίγγους. Πάντως, ναι, σήμερα έχω ενεργό παρουσία δίπλα σε όλα τα εγγόνια μου. Έχω μπει πολύ στη λογική της κόρης μου, που λέει: “Οι άνθρωποι θέλουν μνήμες, θετικές μνήμες για να μπορούν να είναι αύριο ισορροπημένοι”. Θεωρώ πολύ σημαντικό να δημιουργούμε θετικές μνήμες στα παιδιά. Και περνάω πολύ καλά μαζί τους. Όταν λείπουν καιρό, μου λείπουν».

Η Ντόρα Μπακογιάννη μεγάλωσε σε πολιτικό περιβάλλον, είχε πλήρη συνείδηση του πολιτικού παρελθόντος της οικογένειάς της. «Καθώς έμπαινα στην εφηβεία, έγινε η δικτατορία, κοπήκαμε από φίλους, από σχολεία, ήμασταν σε κατ’ οίκον κράτηση, είχαμε συνεχείς ανακρίσεις από τη χωροφυλακή, ρωτούσαν κι εμένα, και τη μικρότερη αδελφή μου. Όλα αυτά σου δημιουργούν από παιδί μια αίσθηση ότι “πρέπει να παλέψεις”. Και στο Παρίσι, όταν πήγαμε το 1968, αυτή ήταν η ατμόσφαιρα: “Πρέπει να ρίξουμε τη χούντα”».

 


Με τον σύζυγό της Ισίδωρο Κούβελο συμπληρώνουν φέτος 20 χρόνια γάμου.

 

Η φωτιά στο Παρίσι

Ήταν η εποχή που το καθεστώς της 21ης Απριλίου έβαζε επιλεκτικά φωτιές σε σπίτια ή σε χώρους συνδεδεμένους με Έλληνες εχθρούς της χούντας. «Είχε ανακαλύψει αυτόν τον τρόπο για να κάνει τη ζωή μας δύσκολη. Ένα βράδυ, πήγαμε με τον πατέρα μου και τη μητέρα μου σε ένα μαγαζί στο Παρίσι, όπου ο Μίκης Θεοδωράκης θα παρουσίαζε τα “Λιανοτράγουδα”. Ήταν εκεί ο Καραμανλής, η Μελίνα και ο Ντασσέν, ο Πλωρίτης, ο Σεβαστίκογλου, η Άλκη Ζέη. Κάθε εξόριστος του Παρισιού ήταν εκεί. Μόλις τελείωσαν τα “Λιανοτράγουδα”, λέει ο Καραμανλής επιτακτικά: “Να πείτε τώρα το “Θα ’ρθει άσπρη μέρα και για μας”. Και φυσικά το είπαν οι άνθρωποι, μπορούσαν να πουν όχι στον Καραμανλή; Μόλις φύγαμε, κάψανε το μαγαζί οι πράκτορες της χούντας που μας παρακολουθούσαν. Η δεύτερη πυρκαγιά ήταν αυτή που βάλανε στο σπίτι μας στο Παρίσι. Είχαμε ενώσει δύο διαμερίσματα, δύο δυάρια, και ο Κυριάκος, που ήταν μωρό, κοιμόταν σε ένα δωμάτιο στο μέσα δυάρι. Οι γονείς μου είχαν πάει επίσκεψη στο σπίτι της Αμαλίας Μεγαπάνου, που μόλις είχαν χωρίσει με τον Καραμανλή. Εμείς τα κορίτσια βλέπαμε μια ταινία του Χίτσκοκ στο καθιστικό κι εγώ, τρία λεπτά προτού τελειώσει η ταινία, χωρίς κανέναν λόγο, λέω στις αδελφές μου ότι βαριέμαι και σηκώνομαι να πάω στο δωμάτιό μου. Μόλις ανοίγω την πόρτα στον διάδρομο που ένωνε τα δύο δυάρια, ξεχύνεται ο καπνός παντού. Βουτάω αμέσως τον Κυριάκο και τα διαβατήρια από ένα συρτάρι. Πρώτα να σώσω το μωρό, αλλά και τα διαβατήρια, που εκείνα τα χρόνια ήταν πολύτιμα και δυσεύρετα. Επειδή όμως ανοίξαμε την πόρτα, μπήκε αέρας και αμέσως φούντωσε η φωτιά. Κι αυτό είναι ένα άλλο πρόβλημα που έχω από τότε. Δεν μπορώ τις φωτιές. Δεν μου αρέσει να βλέπω φωτιές. Έφτασαν έξι πυροσβεστικά. Κάποια στιγμή επέστρεψαν οι γονείς μου. Μας βρήκαν έξω από το φλεγόμενο σπίτι χωρίς το μωρό. Το είχα δώσει σε μια γειτόνισσα για να μην αγριευτεί με τη φωτιά. Η μητέρα μου έπαθε υστερία, γιατί προς στιγμήν νόμιζε ότι δεν είχαμε καταφέρει να το σώσουμε».

Η γνωριμία με τον Παύλο

Τον Παύλο Μπακογιάννη η Ντόρα τον γνώρισε στο Παρίσι, έφηβη, στα πρώτα χρόνια της δικτατορίας. Η πρώτη συνάντηση δεν πήγε πολύ καλά. «Ήταν δημοσιογράφος, επικεφαλής στο ελληνικό τμήμα της Deutsche Welle, και ήρθε στο Παρίσι να δει τον μπαμπά μου. Εκείνη την ώρα ο Μητσοτάκης δεν ήταν στο σπίτι και ο Παύλος έπιασε κουβέντα μαζί μου. Μεταξύ σοβαρού και αστείου μού πέταξε κάτι για την Αποστασία, για να δει πώς θα αντιδράσω. Φυσικά του απάντησα: “Ποιος είσαι εσύ που ήρθες μέσα στο σπίτι μας για να μου βρίσεις τον μπαμπά μου;”. Ο Μπακογιάννης κατάλαβε ότι τσιμπάω και συνέχισε την πλάκα, αν και όσα μου έλεγε δεν ήταν όλα πλάκα. Τέλος πάντων, μετά έπιασα τον μπαμπά μου και τον συμβούλευσα ότι πρέπει να αποφεύγει τον Παύλο…» Κουνάει το κεφάλι και χαμογελάει. «Κατάλαβες; Αυτή ήμουν. Τα ήξερα όλα. Έδινα συμβουλές από μικρή».

Μετά τη δικτατορία, ο Κυριάκος, όπως έχει πει και ο ίδιος, περνούσε πολύ καιρό στο σπίτι της Ντόρας. «Ο Παύλος τού είχε παθολογική αδυναμία. Θυμάμαι ότι, μόλις μεγάλωσε, στις αρχές της δεκαετίας του ’80, ο Παύλος τού άφηνε χαρτζιλίκι κι ο Κυριάκος, πάντα προσεκτικός και τυπικός σε όλα του, του έφερνε τα ρέστα όταν επέστρεφε από τη βόλτα με τους φίλους του. Αυτό έκανε έξαλλο τον Παύλο. “Κράτα τα, ρε, θα σου χρειαστούν αύριο”, του φώναζε γελώντας». Σήμερα, το «μωρό» του 1968 και ο έφηβος του 1982 είναι αρχηγός της ΝΔ. «Είναι προετοιμασμένος για τις δυσκολίες», λέει η Ντόρα. «Αυτά τα δύο χρόνια “γέμισε”, όπως λέμε, το κοστούμι του προέδρου».

Σε μεγάλο βαθμό, η Ντόρα Μπακογιάννη που γνώρισε η κοινή γνώμη δεν υπήρχε πριν από το 1989. «Ήμουν ένας πολύ κακομαθημένος άνθρωπος, περιτριγυρισμένος από αγάπη σε όλη μου τη ζωή. Ο Παύλος, λόγω και της διαφοράς ηλικίας που είχαμε, με πρόσεχε πολύ. Όταν “έφυγε” βρέθηκα στα βαθιά νερά, αλλά από την άλλη στάθηκα στα πόδια μου…»

Αντίσταση στο Μόναχο

Κάνουμε μια βουτιά στον χρόνο και επιστρέφουμε στον Απρίλιο του 1973. «Ο Καραμανλής θέλει να κάνει δηλώσεις στην Ελλάδα και το συζητάει με τον πατέρα μου. Πώς όμως θα φτάσουν οι δηλώσεις στην Ελλάδα; Αποφασίζουμε να μεταφέρω εγώ τις σελίδες με τις δηλώσεις στη Γερμανία, στον Μπακογιάννη, παρότι δεν είχα ξεχάσει αυτά που μου είχε πει. Ταυτόχρονα, η αδελφή μου η Αλεξάνδρα μετέφερε τις ίδιες σελίδες στον Τάκη Λαμπρία στο Λονδίνο. Στη Γερμανία, λόγω της τρομοκρατικής οργάνωσης Μπάαντεν Μάινχοφ, τα μέτρα ασφαλείας στα αεροδρόμια ήταν πολύ αυστηρά. Εμφανίστηκα στο αεροδρόμιο του Μονάχου με τζιν, με μαλλί έξαλλο, με πουκάμισο δεμένο, με ταγάρι και χωρίς βαλίτσα. Με το που με βλέπουν οι Γερμανοί αστυνομικοί, μου λένε “πού είναι το μπαγκάζ;” και εγώ τους απαντώ αναιδώς ότι “δεν έχω μπαγκάζ γιατί ήρθα μόνο για να δω το αεροδρόμιο και θα γυρίσω με το επόμενο αεροπλάνο”. Με περνάνε αμέσως ακτινογραφία. Φτάνουμε στα έγγραφα, στις δηλώσεις Καραμανλή. Μου είχε πει ο Μπακογιάννης τηλεφωνικά ότι με βάση το γερμανικό σύνταγμα δεν μπορούν να κατασχέσουν ή ακόμα και να διαβάσουν κείμενο. Καθώς λοιπόν ήμουν δασκαλεμένη, τους τα πήρα από τα χέρια. “Αυτά δεν θα τα διαβάσετε”. Και πράγματι, δεν τα κράτησαν. Βγαίνω έξω και τα δίνω στον Βάσο Μαθιόπουλο, που ήταν συνεννοημένος με τον Μπακογιάννη. Και ξαναμπήκα για να επιστρέψω στο Παρίσι με την επόμενη πτήση. Θυμάμαι είχε μια θύελλα τρομερή. Ο Καραμανλής τηλεφωνούσε συνέχεια στον πατέρα μου και ρωτούσε “έφτασε το παιδί;”. Αυτή ήταν η μοναδική αντιστασιακή μου πράξη. Οι δηλώσεις του Καραμανλή ήταν μεγάλο πλήγμα για τη χούντα». Αν ανατρέξει κανείς σήμερα στην ιστορία της περιόδου, θα διαβάσει ότι στις 23 Απριλίου 1973 κυκλοφόρησε η «Βραδυνή» και η «Θεσσαλονίκη» με τις δηλώσεις Καραμανλή με τις οποίες κατηγορούσε τους δικτάτορες για εμπαιγμό εις βάρος του ελληνικού λαού και τους καλούσε να παραχωρήσουν τη θέση τους σε μια έμπειρη κυβέρνηση, η οποία θα οδηγούσε τη χώρα σε εκλογές. Οι υπεύθυνοι των εφημερίδων είχαν ξεγελάσει τη λογοκρισία, αφού, μόλις πήραν την έγκριση για την πρώτη σελίδα, την άλλαξαν μυστικά για να ενσωματώσουν τις δηλώσεις του Κωνσταντίνου Καραμανλή.

Το τηλέφωνο από τον Μακάριο

Λίγο καιρό μετά, η Ντόρα μετακόμισε στο Μόναχο για σπουδές και ξεκίνησε η σχέση της με τον Παύλο Μπακογιάννη. Θυμάται ένα περιστατικό που συνέβη το καλοκαίρι του 1974, κατά την εισβολή στην Κύπρο. «Ο Παύλος κι εγώ ήμασταν σίγουροι ότι ο Μακάριος πέθανε. Πέφτουμε για ύπνο τη νύχτα, αλλά μας ξυπνάει ένα τηλεφώνημα. Σηκώνω το ακουστικό και ακούω μια φωνή σε μια γραμμή με παράσιτα και θορύβους: “Τον Μπακογιάννη”. “Ποιος είναι;”. “Ο Μακάριος”. Και τότε εγώ, που φυσικά τα ξέρω όλα, λέω το αμίμητο: “Ο Μακάριος πέθανε”. Η φωνή επιμένει: “Εγώ είμαι ο Μακάριος. Δώσε μου τον Μπακογιάννη”. Γυρίζω και λέω του Παύλου: “Παύλο, υπάρχει ένας άνθρωπος εδώ που λέει ότι είναι ο Μακάριος. Δεν του μιλάς;”. Παίρνει ο Παύλος το ακουστικό και του λέει: “Ο Μακάριος δεν ζει”. Και τότε η φωνή λέει το εξής: “Εγώ δεν σου έστειλα ένα μήνυμα με τον Ανδρέα τον Χριστοφίδη μέσα σε μια οδοντόπαστα πριν από ενάμιση μήνα;”. “Ναι”, απαντά ο Παύλος. “Ποιος το ξέρει αυτό; Το ξέρει ο Ανδρέας Χριστοφίδης κι εσύ. Βγες και πες ότι ζω”. Και έτσι ο Παύλος βγήκε στο ραδιόφωνο και είπε ότι ο Μακάριος ζει».

«Δεν κάνω κανένα σχέδιο»

Από το σχεδόν μυθιστορηματικό χθες η συζήτηση επιστρέφει στο σήμερα. Φέτος, η κυρία Μπακογιάννη κλείνει 20 χρόνια γάμου με τον Ισίδωρο Κούβελο. «Παντρευτήκαμε σε μια φάση που ήμασταν και οι δύο ώριμοι, γνωρίζαμε ο ένας τον άλλον κι αν κάνω απολογισμό θα πω ότι είναι θετικός. Χωρίς να έχουμε κοινά παιδιά, μεγαλώσαμε πολλά παιδιά και ζούμε μαζί με πολλά παιδιά σαν να είναι κάτι αυτονόητο». Αλήθεια, ποια είναι τα δικά της σχέδια για το μέλλον; «Δεν κάνω κανένα σχέδιο. Απλώς με ενδιαφέρει πολύ να φύγει ο ΣΥΡΙΖΑ. Η ζημιά που έχει γίνει είναι πολύ μεγάλη. Με ενοχλεί πολύ ο ευτελισμός της δημοκρατίας που βλέπουμε καθημερινά». Ένα θέμα δημοκρατίας είναι και ο νόμος για την αναδοχή παιδιών από ομόφυλα ζευγάρια. Η ίδια ήταν μία από τους ελάχιστους βουλευτές της ΝΔ που τον υπερψήφισαν. «Παλαιότερα ήμουν υπέρ του συμφώνου συμβίωσης ομόφυλων ζευγαριών, αλλά κατά της αναδοχής. Πίστευα ότι τα παιδιά πρέπει να μεγαλώνουν με βάση το κλασικό οικογενειακό πρότυπο. Σήμερα όμως έχω καταλήξει ότι αυτό που μετράει πιο πολύ στην ανατροφή ενός παιδιού είναι η αγάπη που θα εισπράξει. Αν εισπράξει αγάπη, τότε θα ξεπεράσει οποιοδήποτε πρόβλημα ενδεχομένως προκύψει. Βέβαια τα λέω αυτά στη ΝΔ και είμαι πάλι μια θλιβερή μειοψηφία…» Μειοψηφία ή όχι, υπάρχουν δημοσκοπήσεις που την κατατάσσουν στην κορυφή της δημοτικότητας. Ίσως γιατί η κοινή γνώμη αντιλαμβάνεται ότι μπορεί σε πολλά να μη συμφωνεί με την Ντόρα, αλλά πίσω από τη μάσκα της πολιτικής διασημότητας υπάρχει μια γνήσια προσωπικότητα. ■

kathimerini.gr