Ο φασισμός του σοσιαλισμού και της αριστεράς…

 

Η υποστήριξη που παρείχαν έμπρακτα ο ανεκδιήγητος Πολάκης αλλά κυρίως ο διευθυντής του γραφείου Τύπου του πρωθυπουργού, Θανάσης Καρτερός, προς τον δημοσιογράφο Σωτήρη Καψώχα για την απίστευτη δήλωση του ότι ο πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας, Κυριάκος Μητσοτάκης, είναι «θεωρητικός του φασισμού», κατέδειξε ότι η άποψη του σχολιαστή της κυβερνητικής ΕΡΤ δεν είναι προσωπική αλλά εκφράζει την συλλογιστική του Μαξίμου κι αποσκοπεί στην δημιουργία ενός κλίματος αντιδημοκρατικής πόλωσης και βαθέος διχασμού του ελληνικού λαού.

Σε μια ύστατη προσπάθεια της κυβέρνησης να εμποδίσει τις τεράστιες διαρροές ψήφων που έχει και να συγκρατήσει κατά το δυνατόν δυνάμεις, διαμορφώνοντας ένα αντιδεξιό μέτωπο, που στην σημερινή συγκυρία επιχειρεί να του δώσει χαρακτηριστικά «αντιφασιστικού μετώπου»!

Αυτό δεν είναι κάτι το νέο. Ιδίως μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και στις απαρχές του «Ψυχρού Πολέμου», η Αριστερά συστηματικά κατηγορούσε τους ιδεολογικούς και πολιτικούς της αντιπάλους συλλήβδην ως «φασίστες». Στον Εμφύλιο Πόλεμο του 1946-1949, οι εθνικές δυνάμεις του επίσημου και δημοκρατικού καθεστώτος της Ελλάδας, αποκαλούντο από το ΚΚΕ και τους συνοδοιπόρους του απροκάλυπτα και χωρίς διακρίσεις ως «φασίστες».

Βλέπετε η μαρξιστική – λενινιστική θεολογία κι η σταλινική πρακτική, είναι οι κατ’ εξοχήν εκφραστές ενός ιδιότυπου μανιχαϊσμού.

Όσοι είναι με το κόμμα και την ηγεσία του είναι οι «καλοί», οι «προοδευτικοί», οι εκφραστές του λαού, της εργατιάς, των λαϊκών συμφερόντων. Ακόμα κι όταν καταπιέζουν τα ατομικά δικαιώματα, όταν φυλακίζουν πολίτες για τις όποιες πολιτικές τους απόψεις, όταν απαγορεύουν λαϊκές εκφράσεις κι εργατικές κινητοποιήσεις, το κάνουν για το «καλό» του λαού, που μπορεί ακόμα κι ο ίδιος να μην το γνωρίζει. Αλλά το γνωρίζει ο Ηγέτης και το Κόμμα. Κι επειδή αυτοί και μόνο αυτοί γνωρίζουν το «καλό» του λαού και της εργατιάς, θα τους το επιβάλλουν ακόμα και με το ζόρι, μια κι οι ίδιοι δεν έχουν ακόμα ανακαλύψει την Αλήθεια, που κατέχουν το Κόμμα κι ο Ηγέτης. Αντίθετα, όλοι οι άλλοι, που αρνούνται την Αλήθεια είναι όργανα του «καπιταλισμού», του «ιμπεριαλισμού», της «πλουτοκρατίας». Είναι δηλαδή φασίστες!

Ο Στάλιν μπορεί να πέθανε εδώ κι 65 χρόνια, η Σοβιετική Αυτοκρατορία μπορεί να κατέρρευσε εδώ και 30 χρόνια περίπου, η αριστερή θεολογία μπορεί να έχει κατακρημνιστεί παγκοσμίως και να θυμίζει ένα κακόγουστο ανέκδοτο, που επιβιώνει μόνο σε κράτη παρίες, όπως η Βενεζουέλα κι η Βόρειος Κορέα αλλά δυστυχώς παραμένει ισχυρή στην Ελλάδα της αριστερής ιδεολογικής ηγεμονίας.

Οι αντικομμουνιστικές δυνάμεις μπορεί να κέρδισαν τον Εμφύλιο αλλά έχασαν την μεταπολεμική ιδεολογική μάχη. Η Αριστερά κυριαρχεί ιδεολογικά εδώ και δεκαετίες. Ιδίως από την πτώση της δικτατορίας και μετά. Ακόμα κι η κλασική δεξιά κι η κεντροδεξιά μετά το 1974 αισθάνθηκαν την ανάγκη να παρασυρθούν από κάποιες αριστερές, κρατικίστικες και λαϊκίστικες αντιλήψεις για να επιβιώσουν εκλογικά. Κι η ιδεολογική επικράτηση της Αριστεράς την έφερε στην εξουσία αρχικά με την επικράτηση του ανδρεϊκού ΠΑΣΟΚ, που το 1981 ήταν αριστερό κόμμα και σταδιακά μετατοπίστηκε προς την κεντροαριστερά και την σοσιαλδημοκρατία. Και κυρίως το 2015, με την επικράτηση του ΣΥΡΙΖΑ, που είναι ένα αμιγώς αριστερό κόμμα, έστω κι αν κάποιοι το αμφισβητούν γιατί έχουν πιστέψει, εξαιτίας της προπαγάνδας της, ότι η Αριστερά εκφράζει δήθεν τα ανθρωπιστικά ιδεώδη.

Καμιά σχέση. Για την Αριστερά αυτοσκοπός είναι η επιβολή της μαρξιστικής- λενινιστικής θεολογίας του ιστορικού υλισμού, της δικτατορίας του προλεταριάτου, της αταξικής κοινωνίας, του κομμουνισμού. Και για να το πετύχουν θα κάνουν τα πάντα. Ακόμα και βήματα πίσω, όπως έχει διδάξει ο Λένιν.

Κάποιοι ισχυρίζονται ότι ο ΣΥΡΙΖΑ και προσωπικά ο Τσίπρας θέλουν να ξεπεράσουν την αριστερά και να μετατοπιστούν προς την κεντροαριστερά και την σοσιαλδημοκρατία. Εγώ δεν το βλέπω. Όσο τον Τσίπρα τον εκφράζουν οι Πολάκηδες, οι Καρτεροί κι οι Καψώχες, ο ΣΥΡΙΖΑ θα παραμένει ένα ακραίο αριστερό κόμμα, που απλώς θα κάνει κάποιες κυβερνητικές προσαρμογές για να επιβιώσει. Σύμφωνα πάντα με τη λενινιστική αντίληψη: «ένα βήμα μπρος, δύο βήματα πίσω»!

Του Γιάννη Λοβέρδου

liberal.gr