Το μεγάλο άλμα στην έρευνα και την καινοτομία

liberal.gr

Των Γεώργιου Π. Χρούσου* και Αλέξιου-Φώτιου Α. Μεντή**

Την τελευταία δεκαετία, λόγω της οικονομικής κρίσης, τα Ελληνικά ερευνητικά οικοσυστήματα στερούνται δυνατοτήτων και προοπτικής. Τα στατιστικά στοιχεία είναι αυτο-αποκαλυπτικά: Στο μισό εκατομμύριο Έλληνες «νέο-μετανάστες» συγκαταλέγεται τεράστιος αριθμός επιστημόνων και ερευνητών που, στην αρχή ή στο μέσο της καριέρας τους, διέφυγαν στο εξωτερικό. Περισσότεροι από δέκα-οκτώ χιλιάδες Έλληνες γιατροί εργάζονται εκτός Ελλάδας, ενώ εντός των συνόρων ένας στους τρεις-με-τέσσερις «Ιπποκρατικούς μεταλαμπαδευτές» είναι άνεργοι ή υποαπασχολούμενοι.

Για τη συγκράτηση όσων δεν θέλουν να αποχαιρετήσουν την εγχώρια επιστημονική Αλεξάνδρεια, που διαφορετικά θα χάσουν, οι αποταμιεύσεις των πρεσβύτερων στα στενά οικογενειακά δίκτυα αποτελούν ένα πρόσκαιρο ανάχωμα. Η Ελλάδα είναι η χώρα με τη μεγαλύτερη, τραγική, και ίσως εγκληματική αντίθεση ανάμεσα στην υπερπαραγωγή πτυχιούχων επιστημόνων και την αναποτελεσματική χρηματοδότηση έρευνας και τεχνολογίας όσον αφορά τα μετρήσιμα (πλην δημοσιεύσεων) αποτελέσματά της. Οι όποιες παραγωγικές «νησίδες αριστείας» και οι επιτυχείς αλλά εκπατρισμένοι Έλληνες (σύμφωνα με τον Καθηγητή Ιωαννίδη, το 3% των υψηλότερα αναφερόμενων επιστημόνων είναι Έλληνες, δηλ. από μία χώρα που συνιστά το 0.15% του Παγκόσμιου πληθυσμού, με πάνω από 85% από αυτούς να εργάζονται εκτός συνόρων), δύσκολα μπορούν να αναχαιτίσουν τη συσσωρευτική απουσία δομικών μεταρρυθμίσεων για τη σύνδεση εκπαίδευσης, έρευνας, αγοράς εργασίας, και βιομηχανίας.

Υποστηριζόμενοι οι δύο από τους τρεις από την οικογένειά τους ή από υποτροφία από κοινωφελές ίδρυμα, οι ταλαντούχοι νέοι επιστήμονες, η πιο καίρια, πραγματική, αλλά συχνά πιο ανώνυμη και πιο αδικημένη dream team της χώρας, μετατρέπονται από σύγχρονο «ροδόχρουν όνειρο της πατρίδας» σε κάθιδρους, χλομιασμένους αναζητητές αναιμικών «υποκατώτατων μισθών». Πολλοί άλλοι εγκαταλείπουν τις, ή την προοπτική για μεταπτυχιακές σπουδές, ιδίως αν προέρχονται από αδύναμα οικονομικά στρώματα. Τι, όμως, αν σε αυτούς κρυβόταν ο επόμενος Παπανικολάου ή Καραθοδωρή; Παράλληλα, η διδακτέα ύλη των φυσικών επιστημών στη δευτεροβάθμια (και ενίοτε την τριτοβάθμια) εκπαίδευση, αμετάβλητη για δύο σχεδόν δεκαετίες, δεν απηχεί, ούτε επιδερμικά, την παγκόσμια, εκθετική καινοτομία. Παρά την ψυχολογική ένταση των νέων επιστημόνων της χώρας, κανένα πρόγραμμα είτε για καθηγητές−μέντορες, είτε για επιχειρηματικές δεξιότητες ή δεξιότητες ζωής και διαχείρισης στρες δεν υπάρχει. Σε μετα-διδακτορικό επίπεδο, η πολυετής αναμονή για την αίτηση, κρίση και λήψη μία θέσης ακαδημαϊκής βαθμίδας θα χαρακτηριζόταν σε άλλες αναπτυγμένες χώρες ως «αυτοκτονία καριέρας».

Πέραν των οικονομικών μέτρων λιτότητας, μέσα στους βασικούς λόγους αποτυχίας είναι και η απαξίωση της Ελληνικής κοινωνίας ως προς την επιστημονική έρευνα, την οποία θεωρεί πολυτέλεια, και όχι επένδυση και μοχλό ανάπτυξης.

Γραφειοκρατία, «χαρτοκρατία» (υπολογίζονται, από τον Καθ. Κ. Συνολάκη, 700 τόνοι εκπομπών αερίου θερμοκηπίου ανά υποβολή υποψηφιότητας ανά προκήρυξη θέσης μέλους ΔΕΠ), και πρωτίστως η έλλειψη ή ετεροβαρής χρηματοδότηση κρίσιμων ερευνητικών εγκαταστάσεων είναι μείζονα τροχοπέδη για την ερευνητική ανάκαμψη και την αναπτέρωση του ηθικού των ερευνητών.

Επιπροσθέτως, οι καταλήψεις, υπό το πρόσχημα της ελεύθερης διακίνησης ιδεών, και αιτημάτων, όπως η «χαλάρωση» του προγράμματος σπουδών (sic), στην ιατρική δηλαδή μείωση των προκλινικών μαθημάτων, δηλαδή του θεμέλιου λίθου της σύγχρονης ιατρικής, αποτελούν μια αποκαρδιωτική τροχοπέδη της προόδου.

Θεμελιώδες πρόβλημα είναι και ο πολλαπλασιαστικός κατακερματισμός, και η έλλειψη συνεργασίας πανεπιστημιακών τμημάτων και σχολών με ίδιο ή παραπλήσιο αντικείμενο ερευνών. Όπως επίσης και η απουσία τεκμηρίωσης για την αποτελεσματικότητα των επενδύσεων στην Έρευνα. Απουσιάζει ένα Στρατηγικό Εθνικό Πλαίσιο που θα ενσωματώνει τις εθνικές προτεραιότητες για την Έρευνα και την Καινοτομία, (ΕΣΠΕΚ), πάρα μόνο εκείνο της τριετίας 2010-2013, του οποίου ορισμένα επιλεκτικά στοιχεία έχουν εφαρμοσθεί. Η πολιτική έρευνας και η χρηματοδότηση διασπείρεται σε πολλούς τομείς, χωρίς συνοχή και στρατηγική προ-επιλογή των πλέον καινοτόμων αξόνων και εθνικών προτεραιοτήτων με χρονικό ορίζοντα τουλάχιστον δεκαπενταετίας. Για παράδειγμα, η αγροτική και θαλάσσια έρευνα έργω και πράξη δεν έχουν ακόμα οριστεί ως στρατηγικές προτεραιότητες στη χώρα. Οι αναγκαίες δομικές αλλαγές πρέπει να εφαρμοστούν αναλλοίωτα και να είναι αναπόσπαστες από εκλογικές περιόδους η αλλαγές πολιτικής ηγεσίας.

Ευτυχώς τα Ελληνικά Ερευνητικά δρώμενα δεν θεωρούνται ακόμα μία χαμένη υπόθεση. Η Ελλάδα αποτελεί πόλο έλξης για τη διάδραση ερευνητών μέσω συνεδρίων, σεμιναρίων, ανταλλαγής επισκεπτών-ερευνητών με το εξωτερικό ή Έλληνες της Διασποράς. Παράλληλα, η καινοτομία της Ελλάδας μέσω της συμμετοχής σε διεθνή projects, όπως στην επιδημιολογία, την πληθυσμιακή γενετική, τη βιοπληροφορική και την επιστήμη των «μεγάλων δεδομένων» καθώς και τη «μετα-έρευνα», δηλαδή πεδία όπου δεν απαιτούνται ακριβά αντιδραστήρια, είναι ισάξια διεθνών προτύπων πρόσβασης».

Το νεοσυσταθέν Ελληνικό Ίδρυμα Έρευνας και Καινοτομίας, που προτάθηκε από το Εθνικό Συμβούλιο Έρευνας, Τεχνολογίας και Καινοτομίας της τριετίας 2010-2013 και που χρηματοδοτείται κυρίως από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, έχει αποτελέσει ελπιδοφόρα καινοτομία. Η δράση του όμως απευθύνεται ουσιαστικά στην ενδυνάμωση του επιστημονικού δυναμικού της χώρας χωρίς καμία πρόνοια για την δημιουργία θέσεων απασχόλησης πλην προσωρινών εντός των ερευνητικών δομών.

Το EquiFund μία όντως σημαντική πρωτοβουλία με την αρωγή του Ευρωπαϊκού Ταμείου Επενδύσεων με σκοπό τη στήριξη των νεοφυών επιχειρήσεων δεν απαντά στις υπόλοιπες, πλην χρηματοδότησης, εγγενείς αδυναμίες της διασύνδεσης της έρευνας και της καινοτομίας με την παραγωγή, και την ανάπτυξη.

Επομένως, ένα παράλληλο Εθνικό Συμβούλιο Καινοτομίας, εφάμιλλο του αντίστοιχου ευρωπαϊκού, ίσως χρειάζεται για την ενδυνάμωση θεσμικά του οικοσυστήματος και για να καλύψει τα χρηματοδοτικά κενά για καινοτομία με ποικίλους τρόπους, από χορήγηση χρηματοδότησης για την ανάπτυξη τεχνολογίας σε πρώιμο στάδιο, μέχρι εναλλακτικών ποικίλων χρηματοδοτικών συνδυασμών όπως πχ., κρατικής επιδότησης και επενδυτικών κεφαλαίων, για περαιτέρω ωρίμανση και ανάπτυξη.

Χωρίς ευρύτερο εθνικό στρατηγικό σχέδιο, θεσμικές και δομικές αλλαγές για την διευκόλυνση της έρευνας και απαλλαγή της από υπερ-ρυθμιστικές διαδικασίες καθώς και με στόχο την δημιουργία θέσεων απασχόλησης πέραν των ακαδημαϊκών πλαισίων, αποδυναμώνεται ουσιαστικά κάθε προσπάθεια για την επαναπροσέλκυση του επιστημονικού προσωπικού και τη συγκράτηση του στη χώρα.

Η ερώτηση για τη σύγχρονη έρευνα στην Ελλάδα είναι αν θα ανακάμψει, και πώς. Αν και η χρηματοδότηση κυμαίνεται στο 1.1% του ΑΕΠ, το ζητούμενο πρέπει να είναι η χρηματοδότηση να ακολουθεί ένα στρατηγικό πλαίσιο που θα αντανακλά τις εθνικές προτεραιότητες και θα διανέμεται με κριτήρια τόσο αριστείας όσο και ίσων ευκαιριών. Ενα σημαντικό βοήθημα και για νέα κυβέρνηση θα ήταν η επικαιροποίηση του ΕΣΠΕΚ συλλογικού έργου πολλών και σημαντικών ανθρώπων το οποίο ενσωμάτωσε τη διεθνή εμπειρία στις ελληνικές προοπτικές και δυνατότητες.

*Ο Γ. Χρούσος είναι Ομότ. Καθηγητής Παιδιατρικής και Ενδοκρινολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, καθώς και αντιπρόεδρος του Εθνικού Συμβουλίου Έρευνας και Τεχνολογίας τα έτη 2010-2013.

**Ο Α.-Φ. Α. Μεντής είναι ιατρός, εξειδικευθείς στη Δημόσια και Παγκόσμια Υγεία, και απόφοιτος μεταπυχιακού προγράμματος Γονιδιωματικής του Πανεπιστημίου Johns Hopkins των ΗΠΑ.