Το πρώτο «δώρο» της Λαγκάρντ για τις ελληνικές τράπεζες

liberal.gr/

Του Κωνσταντίνου Μαριόλη

Μία εξέλιξη που αναμένεται να σηματοδοτήσει τη μεγάλη «επιστροφή» των ελληνικών τραπεζών και ταυτόχρονα επιβεβαιώνει την εκπληκτική πορεία των ελληνικών ομολόγων και κατ’ επέκταση την εντυπωσιακή μείωση του country risk της Ελλάδας, αναμένεται να λάβει χώρα μέσα στο επόμενο δίμηνο. Οι πληροφορίες θέλουν την Κριστίν Λαγκάρντ να αναγνωρίζει τη μεγάλη πρόοδο που έχει σημειωθεί στην Ελλάδα και να… δίνει στην ελληνική πλευρά την απελευθέρωση του ορίου αγοράς κρατικών ομολόγων που ισχύει για τις ελληνικές τράπεζες.

Αν οι πληροφορίες επιβεβαιωθούν θα πρόκειται για μία εξαιρετικά σημαντική απόφαση καθώς στην παρούσα συγκυρία η συζήτηση που κυριαρχεί στην Ευρώπη είναι το πώς θα περιοριστεί η σχέση των τραπεζών με τα κρατικά χρέη. Όμως όπως συμβαίνει και σε άλλα πεδία (ΑΕΠ, χρηματιστήριο, δημοσιονομικά) η Ελλάδα ακολουθεί αυτή τη στιγμή εντελώς διαφορετική πορεία από πολλές χώρες της Ευρωζώνης, καθώς βρίσκεται σε ισχυρή ανάκαμψη, όταν η Ευρωζώνη παλεύει με τη στασιμότητα.

Το αίτημα να μπορούν οι ελληνικές τράπεζες να αγοράζουν περισσότερα κρατικά ομόλογα έχει υποβληθεί από πέρσι στους θεσμούς όμως οι συνθήκες δεν ήταν ώριμες και ο καθ’  ύλην αρμόδιος Μάριο Ντράγκι διατηρούσε τις επιφυλάξεις του. Η χώρα είχε μόλις βγει από τα μνημόνια και στο ορατό μέλλον υπήρχαν οι κάλπες που δεδομένα ενίσχυαν την αβεβαιότητα. Μετά όμως από την απίστευτη πορεία των ελληνικών ομολόγων στο τελευταίο εξάμηνο και την συνεχόμενη αποκατάσταση του επενδυτικού κλίματος και της αξιοπιστίας της χώρας όλα έχουν αλλάξει. Η Ελλάδα σήμερα δανείζεται στη δευτερογενή αγορά ομολόγων με το ίδιο περίπου επιτόκιο με την Ιταλία και ταυτόχρονα διαθέτει ένα κεφαλαιακό «μαξιλάρι» που της επιτρέπει να… διώχνει τις όποιες φοβίες των αγορών.

Επομένως, η διαφαινόμενη πρόθεση της Λαγκάρντ να απελευθερώσει το όριο αγοράς ομολόγων για τις ελληνικές τράπεζες αποτελεί στην ουσία μία έμπρακτη στήριξη της νέας Σιδηράς Κυρίας της Ευρώπης προς την ελληνική οικονομία. Οι ίδιες πληροφορίες αναφέρουν ότι είναι πολύ νωρίς για να εξαχθούν συμπεράσματα για τη στάση της Γαλλίδας στο θέμα των «κόκκινων» δανείων και για το ρόλο που θα διαδραματίσει στη διαπραγμάτευση για τη μείωση των πρωτογενών πλεονασμάτων. Παρ’ όλα αυτά, η Λαγκάρντ δείχνει από την πρώτη στιγμή ότι το «δέσιμο» με την Ελλάδα για το οποίο μίλησε στη συνέντευξη Τύπου της περασμένης εβδομάδας ίσως πλέον μπορεί να φέρει αποτελέσματα.

Είναι προφανές ότι η συμμετοχή των ελληνικών τραπεζών στις εκδόσεις κρατικών ομολόγων θα δώσουν νέα πνοή στην οικονομία, ενώ μπορεί να αποδειχθούν και εξαιρετικά επωφελείς για τις ίδιες τις τράπεζες στην περίπτωση που επιβεβαιωθούν οι προβλέψεις ξένων οίκων που κάνουν λόγο για περαιτέρω αποκλιμάκωση των αποδόσεων των ελληνικών τίτλων.

Υπενθυμίζεται ότι η απόδοση του ελληνικού 10ετούς έχει υποχωρήσει σε ποσοστό άνω του 65% μέσα στο 2019 και σήμερα διαμορφώνεται στο 1,34% όταν πέρσι τέτοια εποχή άγγιζε το 4,39%. Οι υπόλοιπες εξελίξεις που βελτιώνουν το κλίμα για τις ελληνικές τράπεζες είναι η νέα βελτιωμένη έκθεση βιωσιμότητας του χρέους από την Κομισιόν και η εφαρμογή του σχεδίου Ηρακλής.

Τώρα, το κατά πόσο η απελευθέρωση του ορίου αγοράς κρατικών ομολόγων για τις ελληνικές τράπεζες θα σηματοδοτήσει την έναρξη των κρίσιμων συζητήσεων για την μείωση των στόχων των πρωτογενών πλεονασμάτων, είναι κάτι που μένει να φανεί στην πορεία. Όμως δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να υποβαθμιστεί το γεγονός ότι η Λαγκάρντ αφενός αναγνωρίζει την πρόοδο που έχει σημειωθεί και αφετέρου δείχνει διατεθειμένη να υποστηρίξει και στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών θεσμών τις απόψεις της για την ανάγκη μείωση των δημοσιονομικών στόχων.

Μένει επίσης να αποδεχθεί το κατά πόσο η Λαγκάρντ θα είναι ενεργός σύμμαχος της Αθήνας στις διαπραγματεύσεις των επόμενων μηνών καθώς τα ανοικτά μέτωπα είναι πολλά, Το σίγουρο είναι ότι η Γαλλίδα είναι έτοιμη να διευκολύνει την πορεία της Ελλάδας προς την επενδυτική βαθμίδα στην περίπτωση που η ανάπτυξη επιταχυνθεί, οι μεταρρυθμίσεις συνεχιστούν και οι οίκοι αξιολόγησης δώσουν νέα ψήφο εμπιστοσύνης στην ελληνική οικονομία στις αρχές του 2020.