Αλέξανδρος Μαλλιάς: Γιατί πέτυχε η επίσκεψη Μητσοτάκη στις ΗΠΑ

liberal.gr

Το πιο σημαντικό όφελος για την Ελλάδα από την επίσκεψη του Έλληνα Πρωθυπουργού και τις συναντήσεις που είχε στην Ουάσινγκτον, είναι ότι ανέδειξε τη σημασία της χώρας ως πυλώνα σταθερότητας στη περιοχή, σε μια συγκυρία όπου τα πάντα στην Ανατολική Μεσόγειο, είναι απρόβλεπτα, δηλώνει στο liberal.gr ο Πρέσβης επί τιμή Αλέξανδρος Μαλλιάς, κάνοντας ειδική μνεία στη παραδοχή των Αμερικανών συνομιλητών ότι η οικονομία μας ανακάμπτει.

«Χωρίς ισχυρή οικονομία, χωρίς επενδύσεις, πολύ δύσκολα μπορεί μια χώρα να χρηματοδοτήσει τον αμυντικό της προϋπολογισμό και να εκσυγχρονίσει τον αμυντικό της εξοπλισμό», αναφέρει χαρακτηριστικά ο έμπειρος διπλωμάτης που έχει θητεύσει επί χρόνια ως Πρέσβης της Ελλάδας στην Ουάσινγκτον.

Σχολιάζοντας τοποθετήσεις όσων περίμεναν μια απερίφραστη καταδίκη της τουρκικής προκλητικότητας, απαντά ότι «από το 1974 και μετά, κανένας Αμερικανός Πρόεδρος δεν έχει ποτέ λάβει ξεκάθαρη δημόσια θέση υπέρ της Ελλάδας ως προς τα ανοικτά ζητήματά με την Τουρκία», ωστόσο διαχωρίζει τη στάση του κατεστημένου της Ουάσινγκτον.

«Είμαι σε θέση να γνωρίζω ότι τα διαπιστευτήρια της Τουρκίας, κατ’ εξοχήν στο Πεντάγωνο, καθώς επίσης στο State DepartmentΒ και στο Κονγκρέσο, βρίσκονται στο χαμηλότερο σημείο των τελευταίων 30 ετών», επισημαίνει ο κ. Μαλλιάς, γεγονός που σημαίνει ότι η εμβέλεια των ελληνικών μηνυμάτων περνά πιο άνετα, καθώς η υπεραξία της Ελλάδας στην Ουάσιγκτον βρίσκεται στο Κονγκρέσο.

Αναδεικνύει τα θετικά λόγια του αντιπροέδρου των ΗΠΑ Μ. Πενς, για τον οποίο λέει ότι έχει έναν αθόρυβο, ωστόσο πολύ σημαντικό ρόλο, καθώς βρίσκεται πίσω από πολλές κρίσιμες αποφάσεις της αμερικανικής πολιτικής ηγεσίας, ωστόσο προσθέτει ότιΒ τα αποτελέσματα των επαφών Μητσοτάκη δεν θα φανούν άμεσα. Όσο για τη στάση της Τουρκίας στην Αν.Μεσόγειο, απαντά απερίφραστα πως δεν πρόκειται να μεταβάλλει στρατηγική απέναντι στην Ελλάδα, τονίζοντας ότι βρισκόμαστε στην πιο επικίνδυνη φάση εκδήλωσης της τουρκικής απειλής, τουλάχιστον από το 1996 και μετά.

Συνέντευξη στον Γιώργο Φιντικάκη:

– Ποια είναι τα συν της συνάντησης Μητσοτάκη – Τραμπ;

Το πιο σημαντικό όφελος είναι η ανάδειξη της σημασίας της Ελλάδας ως πυλώνα σταθερότητας στη περιοχή.

Σε μια συγκυρία όπου όλα στη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου μέχρι και το Ιράν είναι ρευστά και απρόβλεπτα, η αμερικανική πλευρά αναγνωρίζει ότι η Ελλάδα αποτελεί πιστό και σταθερό σύμμαχο και πόλο σταθερότητας. Στη σημερινή συγκυρία, ουδείς μπορεί να κάνει εκτιμήσεις για το πως θα είναι η επόμενη μέρα στη Συρία και στη Λιβύη, καθώς επίσης ποιο θα είναι το αύριο στον Περσικό Κόλπο, ποια θα είναι η συμπεριφορά του Ιράν, πως θα συμπεριφερθεί η Τουρκία. Το να έχεις δύο προβλέψιμους συμμάχους (ΗΠΑ – Ελλάδα) αποτελεί ασφαλώς ένα συν. Η Ελλάδα είναι ένας αξιόπιστος και ισχυρός σύμμαχος, που διαθέτει έναν αξιόμαχο στρατό.

Σημαντικό γεγονός αποτελεί η δημόσια προβολή από τον Πρόεδρο των ΗΠΑ ότι η ελληνική οικονομία ανακάμπτει. Χωρίς την ανάκτηση μιας ισχυρής οικονομίας, χωρίς επενδύσεις, χωρίς μείωση της ανεργίας, πολύ δύσκολα μπορεί μια χώρα να χρηματοδοτήσει τον αμυντικό της προϋπολογισμό και να εκσυγχρονίσει τον αμυντικό της εξοπλισμό.

Πολιτικά κόμματα που έχουν κυβερνήσει , θα έπρεπε να έχουν αντιληφθεί πως όταν μια κυβέρνηση δεν λαμβάνει εγκαίρως μέτρα για την ενίσχυση της εθνικής ασφάλειας και άμυνας της χώρας, στο τέλος, εξαιτίας της πίεσης των γεγονότων, ο προϋπολογισμός θα αναγκαστεί να εκταμιεύσει πολύ περισσότερα χρήματα, τα οποία θα έχουν μειωμένη αποτελεσματικότητα. Η τεσσάρων δεκαετιών εμπειρία μου ως διπλωμάτη, με κάνει να πιστεύω πως σήμερα πρέπει να είμαστε αρκετά πιο ώριμοι και αποφασιστικοί όταν καλούμαστε να συζητήσουμε τις αμυντικές μας δαπάνες. Δεν υποτιμώ καθόλου τις αναστολές που υπάρχουν, λόγω των σκανδάλων του παρελθόντος, που αφορούσαν στα εξοπλιστικά προγράμματα, όμως σήμερα έχουμε σημαντικούς ελεγκτικούς μηχανισμούς και μία -θέλω να ελπίζω- ώριμη Βουλή να ελέγχει τα πάντα.

Εν κατακλείδι θα έλεγα ότι η πολύ φιλική και άνετη ατμόσφαιρα, καθώς και το θερμό κλίμα των δηλώσεων, κατά την παρουσία Μητσοτάκη στο Λευκό Οίκο, δεν είναι καθόλου δεδομένα ή αυτονόητα για αρκετούς ηγέτες της Ε.Ε. (ίσως με εξαίρεση τον Μπόρις Τζόνσον).

– Ποια είναι αυτά που θα επιθυμούσε ιδανικά η ελληνική πλευρά να έχει πάρει από τη συνάντηση ;

Προφανώς, μια απερίφραστη καταδίκη από τον Αμερικανό Πρόεδρο της τουρκικής προκλητικότητας. Αλλά, από το 1974 και μετά, κανένας Αμερικανός Πρόεδρος δεν έχει ποτέ λάβει ξεκάθαρη δημόσια θέση υπέρ της Ελλάδας ως προς τα ανοικτά ζητήματά με την Τουρκία. Μπορεί λοιπόν να μην ακούστηκαν δημόσια λόγια καταδίκης της τουρκικής προκλητικότητας από το στόμα του «πλανητάρχη», ωστόσο ουδείς ανέμενε κάτι τέτοιο, ακόμη και οι πλέον αισιόδοξοι από την ελληνική πλευρά. Οι πλέον ρεαλιστές, γνώστες των καταστάσεων στην Ουάσινγκτον και ψύχραιμοι παρατηρητές δεν εκπλαγήκαμε. Το είχαμε άλλωστε προεξοφλήσει. Μπορεί αυτό να ήταν το επιθυμητό από κάποιους , όχι όμως και κάτι το ρεαλιστικό. Τουλάχιστον στη παρούσα συγκυρία. Είναι, όπως έλεγαν με ρεαλισμό μετά τη συνάντηση κυβερνητικές πηγές, «πήραμε αυτό που μπορούσαμε να πάρουμε».

Σημαντική και ελπίζω αποτελεσματική είναι η πρόθεση των ΗΠΑ να αναλάβουν διπλωματική πρωτοβουλία προκειμένου να αποκλιμακωθεί η ένταση που προκαλεί η Τουρκία. Σύμφωνα μάλιστα με τις πληροφορίες, στο επίκεντρο της αμερικανικής προσπάθειας θα είναι το μνημόνιο Τουρκίας – Λιβύης για την Α.Ο.Ζ, το οποίο εκτιμώ ότι ανησυχεί την Ουάσιγκτον καθώς διακυβεύεται η σταθερότητα στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Τέτοιου είδους αμερικανικές διαβεβαιώσεις θα μπορούσαν να συμπεριληφθούν με κάποιο τρόπο και στην προς κύρωση από τη Βουλή νέα συμφωνία Αμοιβαίας Αμυντικής Συνεργασίας Ελλάδας-ΗΠΑ.

– Τι ακριβώς εννοείτε ;

Αναφέρομαι στη συμφωνία που έφτασε στη Βουλή, και αποτελεί το αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων που ξεκίνησε η προηγούμενη ελληνική κυβέρνηση, στο πλαίσιο του λεγόμενου “Στρατηγικού Διαλόγου”. Είναι θετικό πως για πρώτη φορά μετά περίπου 30 χρόνια, η Ελληνική Βουλή θα έχει την ευκαιρία να συζητήσει και να κυρώσει μία Συμφωνία Αμυντικής Συνεργασίας με ΗΠΑ. Στο παρελθόν η ετήσια ανανέωση των διευκολύνσεων για τη βάση της Σούδας, συνέβαινε σχεδόν γραφειοκρατικά χωρίς την εμπλοκή της Βουλής των Ελλήνων.

Εκτιμώ λοιπόν, πως θα ήταν χρήσιμο και μάλλον σκόπιμο κατά την κυρωτική διαδικασία της Συμφωνίας Αμυντικής Συνεργασίας, να συμπεριληφθούν κάποιες διαβεβαιώσεις ανάλογες με την γραπτή δέσμευση του 1976.

Σας θυμίζω τι ανέφερε η επιστολή Χένρυ Κίσσιντζερ της 10ης Απριλίου 1976. Αφορούσε στην Ανατολική Μεσόγειο και ειδικότερα στο Αιγαίο.

– Πρώτον, οι όποιες ελληνοτουρκικές διαφορές θα πρέπει να ρυθμίζονται με ειρηνικές διαδικασίες, ενώ θα πρέπει να αποφεύγονται προκλητικές ενέργειες.

– Δεύτερον, καμία πλευρά δε θα πρέπει να επιδιώξει στρατιωτική επίλυση των διενέξεων αυτών.

– Τρίτον, οι ΗΠΑ θα αντιταχθούν ενεργά και ανεπιφύλακτα εάν κάποια πλευρά (βλ. Τουρκία) αναζητήσει στρατιωτική λύση και θα καταβάλουν κάθε προσπάθεια για να εμποδίσουν μία τέτοια εξέλιξη.

Ελπίζω λοιπόν ότι με την στήριξη των κομμάτων της αντιπολίτευσης (ΣΥΡΙΖΑ- ΚΙΝΑΛ κυρίως ) αυτά τα τρία στοιχεία είναι ικανά να βοηθήσουν σημαντικά την κυρωτική διαδικασία, μάλλον με την μορφή επιστολής του ΥΠΕΞ κ.Μάϊκ Πομπέο ή άλλου Αμερικανού αξιωματούχου, που να δεσμεύουν την πολιτική των ΗΠΑ.

– Το κατεστημένο της Ουάσιγκτον πώς αντιμετώπισε άραγε τον Κ. Μητσοτάκη;

Το κατεστημένο της Ουάσιγκτον απαρτίζεται αφενός από το σύστημα των θεσμών εθνικής ασφάλειας, δηλαδή το Πεντάγωνο, το State Department, και άλλες υπηρεσίες Πληροφοριών και Ασφάλειας , και αφετέρου από τα νομοθετικά σώματα, δηλαδή το Κογκρέσο. Επίσης σημαντικό ρόλο παίζουν τα ινστιτούτα μελετών και ερευνών. Είμαι σε θέση να γνωρίζω ότι τα διαπιστευτήρια της Τουρκίας, κατ’ εξοχήν στο Πεντάγωνο, καθώς επίσης στο State Department και στο Κογκρέσο, βρίσκονται στο χαμηλότερο σημείο των τελευταίων 30 ετών. Άρα η εμβέλεια των ελληνικών μηνυμάτων περνάει πιο άνετα. Σημειωτέον ότι η υπεραξία της Ελλάδας στην Ουάσιγκτον βρίσκεται στο Κογκρέσο.

– Πότε πιστεύετε ότι θα αποδώσουν όλα τα παραπάνω;

Καταρχήν είναι στο χέρι μας να κτίσουμε αυτή τη σχέση και να την οικοδομήσουμε ακόμη καλύτερα, με βάση τα αποτελέσματα της επίσκεψης του κυρίου Πρωθυπουργού. Είναι λίγες οι χώρες της Ε.Ε., για τις οποίες ο κ. Τραμπ εκφράζεται τόσο θετικά. Και θεωρώ πως η επίσκεψη πραγματοποιήθηκε σε πολύ θετικό και άνετο κλίμα. Τα αποτελέσματα δε θα φανούν αμέσως. Οσοι νομίζουν κάτι τέτοιο, δεν γνωρίζουν πως λειτουργεί η Ουάσινγκτον και οι διεθνείς σχέσεις. Έχω επίσης μεγάλη εμπιστοσύνη στις επαφές που έκανε ο Πρωθυπουργός στο Κογκρέσο, αλλά και με τον Αντιπρόεδρο Μάϊκ Πενς, ο οποίος έχει έναν αθόρυβο, ωστόσο πολύ σημαντικό ρόλο, καθώς βρίσκεται πίσω από πολλές αποφάσεις της αμερικανικής πολιτικής. Έχουν σημασία οι δηλώσεις του περί κοινής φιλοσοφίας οικονομικής διακυβέρνησης αλλά και για τη θετική ενέργεια που διαπίστωσε στην επαφή Μητσοτάκη-Τραμπ στο Οβάλ Γραφείο.

Τα παραπάνω φυσικά δεν σημαίνουν ότι θα κάνουν τον Πρόεδρο της Τουρκίας Ταγίπ Ερντογάν να αλλάξει αυτόματα πολιτική και στοχεύσεις στη περιοχή.

– Αν σας ρωτούσα να αποτολμήσετε μια πρόβλεψη για την από εδώ και πέρα στάση του Ερντογάν, τι θα λέγατε ;

Η αξιοπιστία του κ. Ερντογάν ενισχύεται από το γεγονός ότι συνήθως κάνει πράξη τα όσα λέει, χρησιμοποιώντας και την στρατιωτική ισχύ. Η κίνηση που έκανε να συνάψει Στρατιωτική Συμφωνία με την κυβέρνηση της Τρίπολης είναι αυτή που του έδωσε τη δυνατότητα να αποτελεί σήμερα ένα από τους τέσσερις βασικούς παίκτες που θα καθορίσουν το μέλλον της βορειοαφρικανικής χώρας.

H Τουρκία αυτή τη στιγμή έχει κατορθώσει να έχει πολύ ισχυρές σχέσεις με τον Πρόεδρο της Ρωσίας κ. Πούτιν και ταυτόχρονα μία πολύ ισχυρή στρατιωτική παρουσία, που της επιτρέπει να προωθεί εκείνη το πλαίσιο του παιχνιδιού, στις περιοχές που θεωρεί ότι έχει ζωτικά συμφέροντα εθνικής ασφάλειας. Το έκανε ήδη με επιτυχία στην Συρία.

Και μην ξεχνάτε ότι θεμελιώδες μέλημα κάθε Αμερικανικής κυβέρνησης είναι να κάνει ό,τι είναι δυνατόν, προκειμένου να μη χαθεί οριστικά η Τουρκία για το ΝΑΤΟ και ακριβώς αυτό εκμεταλλεύεται και αξιοποιεί και ο κ. Ερντογάν, αποτελεσματικά πάντως μέχρι στιγμής.

Αν με ρωτάτε λοιπόν, κατά πόσο η Τουρκία θα μεταβάλλει θέση ή στρατηγική απέναντι στην Ελλάδα, η απάντηση είναι, ότι δεν αισιοδοξώ. Είμαστε στην πιο επικίνδυνη φάση εκδήλωσης της τουρκικής απειλής, τουλάχιστον από το 1996 και μετά. Θα είναι πολύ δύσκολο να εξηγηθεί στον Έλληνα πολίτη τυχόν αδυναμία των πολιτικών δυνάμεων να διαχειρισθούν ενωμένες όπως οι περιστάσεις επιβάλλουν τη δύσκολη αυτή κατάσταση.

Η Συμφωνία της Τουρκίας με τη Λιβύη για την ΑΟΖ έχει ήδη παραβιάσει τις δικές μας γραμμές . Η ελληνική αποτροπή της τουρκικής προκλητικότητας δε στηρίζεται μόνο στις ένοπλες δυνάμεις, οι οποίες ούτως ή άλλως αυτό το κάνουν με επιτυχία, αλλά εξαρτάται και από την αποφασιστικότητα, τη συνεννόηση και τη συνοχή όλων των πολιτικών δυνάμεων. Επιβάλλεται δηλαδή να έχουμε αυτή τη κρίσιμη στιγμή μία συμπαγή εθνική θέση.